HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← γιουχαΐζω — definition

Conjugation of γιουχαΐζω

Regular CEFR B2
ʝuxaˈizo

άλλη μορφή του γιουχάρω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ γιουχαΐζω
εσύ γιουχαΐζεις
αυτός / αυτή / αυτό γιουχαΐζει
εμείς γιουχαΐζουμε
εσείς γιουχαΐζετε
αυτοί / αυτές / αυτά γιουχαΐζουν
Παρατατικός
εγώ γιουχάιζα
εσύ γιουχάιζες
αυτός / αυτή / αυτό γιουχάιζε
εμείς γιουχαΐζαμε
εσείς γιουχαΐζατε
αυτοί / αυτές / αυτά γιουχάιζαν
Αόριστος
εγώ γιουχάισα
εσύ γιουχάισες
αυτός / αυτή / αυτό γιουχάισε
εμείς γιουχαΐσαμε
εσείς γιουχαΐσατε
αυτοί / αυτές / αυτά γιουχάισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γιουχαΐσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ γιουχαΐσω
εσύ γιουχαΐσεις
αυτός / αυτή / αυτό γιουχαΐσει
εμείς γιουχαΐσουμε
εσείς γιουχαΐσετε
αυτοί / αυτές / αυτά γιουχαΐσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ γιουχάιζε
εσείς γιουχαΐζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ γιουχάισε
εσείς γιουχαΐστε
Απαρέμφατο αορίστου
γιουχαΐσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ γιουχαΐζομαι
εσύ γιουχαΐζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό γιουχαΐζεται
εμείς γιουχαϊζόμαστε
εσείς γιουχαΐζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά γιουχαΐζονται
Παρατατικός
εγώ γιουχαϊζόμουν
εσύ γιουχαϊζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό γιουχαϊζόταν
εμείς γιουχαϊζόμασταν
εσείς γιουχαϊζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά γιουχαΐζονταν
Αόριστος
εγώ γιουχαΐστηκα
εσύ γιουχαΐστηκες
αυτός / αυτή / αυτό γιουχαΐστηκε
εμείς γιουχαϊστήκαμε
εσείς γιουχαϊστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά γιουχαΐστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γιουχαϊστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ γιουχαϊστώ
εσύ γιουχαϊστείς
αυτός / αυτή / αυτό γιουχαϊστεί
εμείς γιουχαϊστούμε
εσείς γιουχαϊστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά γιουχαϊστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς γιουχαΐζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ γιουχαΐσου
εσείς γιουχαϊστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
γιουχαϊστεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary