HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← γιορτάζω — definition

Conjugation of γιορτάζω

Regular CEFR C2
ʝoɾˈta.zo

έχω λόγους να γιορτάζω για κάτι ευχάριστο σε σχέση με εμένα ή τις προτιμήσεις μου Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ γιορτάζω
εσύ γιορτάζεις
αυτός / αυτή / αυτό γιορτάζει
εμείς γιορτάζουμε
εσείς γιορτάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά γιορτάζουν
Παρατατικός
εγώ γιόρταζα
εσύ γιόρταζες
αυτός / αυτή / αυτό γιόρταζε
εμείς γιορτάζαμε
εσείς γιορτάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά γιόρταζαν
Αόριστος
εγώ γιόρτασα
εσύ γιόρτασες
αυτός / αυτή / αυτό γιόρτασε
εμείς γιορτάσαμε
εσείς γιορτάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά γιόρτασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γιορτάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ γιορτάσω
εσύ γιορτάσεις
αυτός / αυτή / αυτό γιορτάσει
εμείς γιορτάσουμε
εσείς γιορτάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά γιορτάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ γιόρταζε
εσείς γιορτάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ γιόρτασε
εσείς γιορτάστε
Απαρέμφατο αορίστου
γιορτάσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ γιορτάζομαι
εσύ γιορτάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό γιορτάζεται
εμείς γιορταζόμαστε
εσείς γιορτάζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά γιορτάζονται
Παρατατικός
εγώ γιορταζόμουν
εσύ γιορταζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό γιορταζόταν
εμείς γιορταζόμασταν
εσείς γιορταζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά γιορτάζονταν
Αόριστος
εγώ γιορτάστηκα
εσύ γιορτάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό γιορτάστηκε
εμείς γιορταστήκαμε
εσείς γιορταστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά γιορτάστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γιορταστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ γιορταστώ
εσύ γιορταστείς
αυτός / αυτή / αυτό γιορταστεί
εμείς γιορταστούμε
εσείς γιορταστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά γιορταστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς γιορτάζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ γιορτάσου
εσείς γιορταστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
γιορταστεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary