HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← γιατρεύω — definition

Conjugation of γιατρεύω

Regular CEFR B2
ʝaˈtɾe.vo

βοηθώ κάποιον να επουλώσει ένα ψυχικό τραύμα, μια συναισθηματική πληγή Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ γιατρεύω
εσύ γιατρεύεις
αυτός / αυτή / αυτό γιατρεύει
εμείς γιατρεύουμε
εσείς γιατρεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά γιατρεύουν
Παρατατικός
εγώ γιάτρευα
εσύ γιάτρευες
αυτός / αυτή / αυτό γιάτρευε
εμείς γιατρεύαμε
εσείς γιατρεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά γιάτρευαν
Αόριστος
εγώ γιάτρεψα
εσύ γιάτρεψες
αυτός / αυτή / αυτό γιάτρεψε
εμείς γιατρέψαμε
εσείς γιατρέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά γιάτρεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γιατρέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ γιατρέψω
εσύ γιατρέψεις
αυτός / αυτή / αυτό γιατρέψει
εμείς γιατρέψουμε
εσείς γιατρέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά γιατρέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ γιάτρευε
εσείς γιατρεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ γιάτρεψε
εσείς γιατρέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
γιατρέψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ γιατρεύομαι
εσύ γιατρεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό γιατρεύεται
εμείς γιατρευόμαστε
εσείς γιατρεύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά γιατρεύονται
Παρατατικός
εγώ γιατρευόμουν
εσύ γιατρευόσουν
αυτός / αυτή / αυτό γιατρευόταν
εμείς γιατρευόμασταν
εσείς γιατρευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά γιατρεύονταν
Αόριστος
εγώ γιατρεύτηκα
εσύ γιατρεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό γιατρεύτηκε
εμείς γιατρευτήκαμε
εσείς γιατρευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά γιατρεύτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γιατρευτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ γιατρευτώ
εσύ γιατρευτείς
αυτός / αυτή / αυτό γιατρευτεί
εμείς γιατρευτούμε
εσείς γιατρευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά γιατρευτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς γιατρεύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ γιατρέψου
εσείς γιατρευτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
γιατρευτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary