Conjugation of γιατρεύω
ʝaˈtɾe.voβοηθώ κάποιον να επουλώσει ένα ψυχικό τραύμα, μια συναισθηματική πληγή Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | γιατρεύω |
| εσύ | γιατρεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | γιατρεύει |
| εμείς | γιατρεύουμε |
| εσείς | γιατρεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γιατρεύουν |
Παρατατικός
| εγώ | γιάτρευα |
| εσύ | γιάτρευες |
| αυτός / αυτή / αυτό | γιάτρευε |
| εμείς | γιατρεύαμε |
| εσείς | γιατρεύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γιάτρευαν |
Αόριστος
| εγώ | γιάτρεψα |
| εσύ | γιάτρεψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | γιάτρεψε |
| εμείς | γιατρέψαμε |
| εσείς | γιατρέψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γιάτρεψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα γιατρέψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | γιατρέψω |
| εσύ | γιατρέψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | γιατρέψει |
| εμείς | γιατρέψουμε |
| εσείς | γιατρέψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γιατρέψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | γιάτρευε |
| εσείς | γιατρεύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | γιάτρεψε |
| εσείς | γιατρέψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | γιατρέψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | γιατρεύομαι |
| εσύ | γιατρεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | γιατρεύεται |
| εμείς | γιατρευόμαστε |
| εσείς | γιατρεύεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γιατρεύονται |
Παρατατικός
| εγώ | γιατρευόμουν |
| εσύ | γιατρευόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | γιατρευόταν |
| εμείς | γιατρευόμασταν |
| εσείς | γιατρευόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γιατρεύονταν |
Αόριστος
| εγώ | γιατρεύτηκα |
| εσύ | γιατρεύτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | γιατρεύτηκε |
| εμείς | γιατρευτήκαμε |
| εσείς | γιατρευτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γιατρεύτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα γιατρευτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | γιατρευτώ |
| εσύ | γιατρευτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | γιατρευτεί |
| εμείς | γιατρευτούμε |
| εσείς | γιατρευτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γιατρευτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | γιατρεύεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | γιατρέψου |
| εσείς | γιατρευτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | γιατρευτεί |