HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← γητεύω — definition

Conjugation of γητεύω

Regular CEFR B1
ʝiˈte.vo

μαγεύω, κάνω μάγια, κάνω γητειές Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ γητεύω
εσύ γητεύεις
αυτός / αυτή / αυτό γητεύει
εμείς γητεύουμε
εσείς γητεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά γητεύουν
Παρατατικός
εγώ γήτευα
εσύ γήτευες
αυτός / αυτή / αυτό γήτευε
εμείς γητεύαμε
εσείς γητεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά γήτευαν
Αόριστος
εγώ γήτεψα
εσύ γήτεψες
αυτός / αυτή / αυτό γήτεψε
εμείς γητέψαμε
εσείς γητέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά γήτεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γητέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ γητέψω
εσύ γητέψεις
αυτός / αυτή / αυτό γητέψει
εμείς γητέψουμε
εσείς γητέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά γητέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ γήτευε
εσείς γητεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ γήτεψε
εσείς γητέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
γητέψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ γητεύομαι
εσύ γητεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό γητεύεται
εμείς γητευόμαστε
εσείς γητεύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά γητεύονται
Παρατατικός
εγώ γητευόμουν
εσύ γητευόσουν
αυτός / αυτή / αυτό γητευόταν
εμείς γητευόμασταν
εσείς γητευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά γητεύονταν
Αόριστος
εγώ γητεύτηκα
εσύ γητεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό γητεύτηκε
εμείς γητευτήκαμε
εσείς γητευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά γητεύτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γητευτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ γητευτώ
εσύ γητευτείς
αυτός / αυτή / αυτό γητευτεί
εμείς γητευτούμε
εσείς γητευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά γητευτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς γητεύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ γητέψου
εσείς γητευτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
γητευτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary