HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← γεύομαι — definition

Conjugation of γεύομαι

Regular CEFR C2
ˈʝe.vo.me

νιώθω τη γεύση ενός φαγητού ή ποτού που δοκιμάζω Ver definición completa →

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ γεύομαι
εσύ γεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό γεύεται
εμείς γευόμαστε
εσείς γεύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά γεύονται
Παρατατικός
εγώ γευόμουν
εσύ γευόσουν
αυτός / αυτή / αυτό γευόταν
εμείς γευόμασταν
εσείς γευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά γεύονταν
Αόριστος
εγώ γεύτηκα
εσύ γεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό γεύτηκε
εμείς γευτήκαμε
εσείς γευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά γεύτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γευτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ γευτώ
εσύ γευτείς
αυτός / αυτή / αυτό γευτεί
εμείς γευτούμε
εσείς γευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά γευτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς γεύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς γευτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
γευτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary