Conjugation of γεύομαι
ˈʝe.vo.meνιώθω τη γεύση ενός φαγητού ή ποτού που δοκιμάζω Ver definición completa →
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | γεύομαι |
| εσύ | γεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | γεύεται |
| εμείς | γευόμαστε |
| εσείς | γεύεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γεύονται |
Παρατατικός
| εγώ | γευόμουν |
| εσύ | γευόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | γευόταν |
| εμείς | γευόμασταν |
| εσείς | γευόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γεύονταν |
Αόριστος
| εγώ | γεύτηκα |
| εσύ | γεύτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | γεύτηκε |
| εμείς | γευτήκαμε |
| εσείς | γευτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γεύτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα γευτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | γευτώ |
| εσύ | γευτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | γευτεί |
| εμείς | γευτούμε |
| εσείς | γευτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γευτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | γεύεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσείς | γευτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | γευτεί |