Conjugation of γενικεύω
ʝe.niˈce.voξεκινώντας από κάτι ειδικό αναφέρομαι σε ένα γενικότερο θέμα ή βγάζω γενικότερα συμπεράσματα Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | γενικεύω |
| εσύ | γενικεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | γενικεύει |
| εμείς | γενικεύουμε |
| εσείς | γενικεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γενικεύουν |
Παρατατικός
| εγώ | γενίκευα |
| εσύ | γενίκευες |
| αυτός / αυτή / αυτό | γενίκευε |
| εμείς | γενικεύαμε |
| εσείς | γενικεύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γενίκευαν |
Αόριστος
| εγώ | γενίκευσα |
| εσύ | γενίκευσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | γενίκευσε |
| εμείς | γενικεύσαμε |
| εσείς | γενικεύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γενίκευσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα γενικεύσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | γενικεύσω |
| εσύ | γενικεύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | γενικεύσει |
| εμείς | γενικεύσουμε |
| εσείς | γενικεύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γενικεύσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | γενίκευε |
| εσείς | γενικεύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | γενίκευσε |
| εσείς | γενικεύστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | γενικεύσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | γενικεύομαι |
| εσύ | γενικεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | γενικεύεται |
| εμείς | γενικευόμαστε |
| εσείς | γενικεύεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γενικεύονται |
Παρατατικός
| εγώ | γενικευόμουν |
| εσύ | γενικευόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | γενικευόταν |
| εμείς | γενικευόμασταν |
| εσείς | γενικευόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γενικεύονταν |
Αόριστος
| εγώ | γενικεύτηκα |
| εσύ | γενικεύτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | γενικεύτηκε |
| εμείς | γενικευτήκαμε |
| εσείς | γενικευτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γενικεύτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα γενικευτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | γενικευτώ |
| εσύ | γενικευτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | γενικευτεί |
| εμείς | γενικευτούμε |
| εσείς | γενικευτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γενικευτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | γενικεύεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | γενικεύσου |
| εσείς | γενικευτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | γενικευτεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.