HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← γενικεύω — definition

Conjugation of γενικεύω

Regular CEFR B2
ʝe.niˈce.vo

ξεκινώντας από κάτι ειδικό αναφέρομαι σε ένα γενικότερο θέμα ή βγάζω γενικότερα συμπεράσματα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ γενικεύω
εσύ γενικεύεις
αυτός / αυτή / αυτό γενικεύει
εμείς γενικεύουμε
εσείς γενικεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά γενικεύουν
Παρατατικός
εγώ γενίκευα
εσύ γενίκευες
αυτός / αυτή / αυτό γενίκευε
εμείς γενικεύαμε
εσείς γενικεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά γενίκευαν
Αόριστος
εγώ γενίκευσα
εσύ γενίκευσες
αυτός / αυτή / αυτό γενίκευσε
εμείς γενικεύσαμε
εσείς γενικεύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά γενίκευσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γενικεύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ γενικεύσω
εσύ γενικεύσεις
αυτός / αυτή / αυτό γενικεύσει
εμείς γενικεύσουμε
εσείς γενικεύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά γενικεύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ γενίκευε
εσείς γενικεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ γενίκευσε
εσείς γενικεύστε
Απαρέμφατο αορίστου
γενικεύσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ γενικεύομαι
εσύ γενικεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό γενικεύεται
εμείς γενικευόμαστε
εσείς γενικεύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά γενικεύονται
Παρατατικός
εγώ γενικευόμουν
εσύ γενικευόσουν
αυτός / αυτή / αυτό γενικευόταν
εμείς γενικευόμασταν
εσείς γενικευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά γενικεύονταν
Αόριστος
εγώ γενικεύτηκα
εσύ γενικεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό γενικεύτηκε
εμείς γενικευτήκαμε
εσείς γενικευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά γενικεύτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γενικευτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ γενικευτώ
εσύ γενικευτείς
αυτός / αυτή / αυτό γενικευτεί
εμείς γενικευτούμε
εσείς γενικευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά γενικευτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς γενικεύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ γενικεύσου
εσείς γενικευτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
γενικευτεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary