HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← γεμίζω — definition

Conjugation of γεμίζω

Regular CEFR C2
ʝeˈmi.zo

προσφέρω ικανοποίηση, προκαλώ το αίσθημα της πληρότητας Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ γεμίζω
εσύ γεμίζεις
αυτός / αυτή / αυτό γεμίζει
εμείς γεμίζουμε
εσείς γεμίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά γεμίζουν
Παρατατικός
εγώ γέμιζα
εσύ γέμιζες
αυτός / αυτή / αυτό γέμιζε
εμείς γεμίζαμε
εσείς γεμίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά γέμιζαν
Αόριστος
εγώ γέμισα
εσύ γέμισες
αυτός / αυτή / αυτό γέμισε
εμείς γεμίσαμε
εσείς γεμίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά γέμισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γεμίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ γεμίσω
εσύ γεμίσεις
αυτός / αυτή / αυτό γεμίσει
εμείς γεμίσουμε
εσείς γεμίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά γεμίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ γέμιζε
εσείς γεμίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ γέμισε
εσείς γεμίστε
Απαρέμφατο αορίστου
γεμίσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary