Conjugation of γειτονεύω
ʝi.toˈne.voσυνορεύω ή είμαι απλώς κοντά σε κάτι, βρίσκομαι στην ίδια γειτονιά, κυριολεκτικά ή και μεταφορικά, (για άψυχα) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | γειτονεύω |
| εσύ | γειτονεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | γειτονεύει |
| εμείς | γειτονεύουμε |
| εσείς | γειτονεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γειτονεύουν |
Παρατατικός
| εγώ | γειτόνευα |
| εσύ | γειτόνευες |
| αυτός / αυτή / αυτό | γειτόνευε |
| εμείς | γειτονεύαμε |
| εσείς | γειτονεύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γειτόνευαν |
Αόριστος
| εγώ | γειτόνεψα |
| εσύ | γειτόνεψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | γειτόνεψε |
| εμείς | γειτονέψαμε |
| εσείς | γειτονέψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γειτόνεψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα γειτονέψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | γειτονέψω |
| εσύ | γειτονέψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | γειτονέψει |
| εμείς | γειτονέψουμε |
| εσείς | γειτονέψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γειτονέψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | γειτόνευε |
| εσείς | γειτονεύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | γειτόνεψε |
| εσείς | γειτονέψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | γειτονέψει |