HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← γειτονεύω — definition

Conjugation of γειτονεύω

Regular CEFR B2
ʝi.toˈne.vo

συνορεύω ή είμαι απλώς κοντά σε κάτι, βρίσκομαι στην ίδια γειτονιά, κυριολεκτικά ή και μεταφορικά, (για άψυχα) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ γειτονεύω
εσύ γειτονεύεις
αυτός / αυτή / αυτό γειτονεύει
εμείς γειτονεύουμε
εσείς γειτονεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά γειτονεύουν
Παρατατικός
εγώ γειτόνευα
εσύ γειτόνευες
αυτός / αυτή / αυτό γειτόνευε
εμείς γειτονεύαμε
εσείς γειτονεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά γειτόνευαν
Αόριστος
εγώ γειτόνεψα
εσύ γειτόνεψες
αυτός / αυτή / αυτό γειτόνεψε
εμείς γειτονέψαμε
εσείς γειτονέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά γειτόνεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γειτονέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ γειτονέψω
εσύ γειτονέψεις
αυτός / αυτή / αυτό γειτονέψει
εμείς γειτονέψουμε
εσείς γειτονέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά γειτονέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ γειτόνευε
εσείς γειτονεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ γειτόνεψε
εσείς γειτονέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
γειτονέψει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary