HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← γδέρνω — definition

Conjugation of γδέρνω

Regular CEFR B1
ˈɣðerno

παίρνω πολλά χρήματα από κάποιον πουλώντας του κάτι σε υπερβολική τιμή Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ γδέρνω
εσύ γδέρνεις
αυτός / αυτή / αυτό γδέρνει
εμείς γδέρνουμε
εσείς γδέρνετε
αυτοί / αυτές / αυτά γδέρνουν
Παρατατικός
εγώ έγδερνα
εσύ έγδερνες
αυτός / αυτή / αυτό έγδερνε
εμείς γδέρναμε
εσείς γδέρνατε
αυτοί / αυτές / αυτά έγδερναν
Αόριστος
εγώ έγδαρα
εσύ έγδαρες
αυτός / αυτή / αυτό έγδαρε
εμείς γδάραμε
εσείς γδάρατε
αυτοί / αυτές / αυτά έγδαραν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γδάρω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ γδάρω
εσύ γδάρεις
αυτός / αυτή / αυτό γδάρει
εμείς γδάρουμε
εσείς γδάρετε
αυτοί / αυτές / αυτά γδάρουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ γδέρνε
εσείς γδέρνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ γδάρε
εσείς γδάρτε
Απαρέμφατο αορίστου
γδάρει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ γδέρνομαι
εσύ γδέρνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό γδέρνεται
εμείς γδερνόμαστε
εσείς γδέρνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά γδέρνονται
Παρατατικός
εγώ γδερνόμουν
εσύ γδερνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό γδερνόταν
εμείς γδερνόμασταν
εσείς γδερνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά γδέρνονταν
Αόριστος
εγώ γδάρθηκα
εσύ γδάρθηκες
αυτός / αυτή / αυτό γδάρθηκε
εμείς γδαρθήκαμε
εσείς γδαρθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά γδάρθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γδαρθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ γδαρθώ
εσύ γδαρθείς
αυτός / αυτή / αυτό γδαρθεί
εμείς γδαρθούμε
εσείς γδαρθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά γδαρθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς γδέρνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ γδάρσου
εσείς γδαρθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
γδαρθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary