Conjugation of γαργαλάω
ɣaɾɣaˈla.oto tickle (touch repeatedly or stroke delicately in a manner which causes laughter and twitching) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | γαργαλάω |
| εσύ | γαργαλάς |
| αυτός / αυτή / αυτό | γαργαλάει |
| εμείς | γαργαλάμε |
| εσείς | γαργαλάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γαργαλάνε |
Παρατατικός
| εγώ | γαργαλούσα |
| εσύ | γαργαλούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | γαργαλούσε |
| εμείς | γαργαλούσαμε |
| εσείς | γαργαλούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γαργαλούσαν |
Αόριστος
| εγώ | γαργάλησα |
| εσύ | γαργάλησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | γαργάλησε |
| εμείς | γαργαλήσαμε |
| εσείς | γαργαλήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γαργάλησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα γαργαλήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | γαργαλήσω |
| εσύ | γαργαλήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | γαργαλήσει |
| εμείς | γαργαλήσουμε |
| εσείς | γαργαλήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γαργαλήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | γαργάλα |
| εσείς | γαργαλάτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | γαργάλησε |
| εσείς | γαργαλήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | γαργαλήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | γαργαλιέμαι |
| εσύ | γαργαλιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | γαργαλιέται |
| εμείς | γαργαλιόμαστε |
| εσείς | γαργαλιέστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γαργαλιούνται |
Παρατατικός
| εγώ | γαργαλιόμουν |
| εσύ | γαργαλιόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | γαργαλιόταν |
| εμείς | γαργαλιόμασταν |
| εσείς | γαργαλιόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γαργαλιόνταν |
Αόριστος
| εγώ | γαργαλήθηκα |
| εσύ | γαργαλήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | γαργαλήθηκε |
| εμείς | γαργαληθήκαμε |
| εσείς | γαργαληθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γαργαλήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα γαργαληθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | γαργαληθώ |
| εσύ | γαργαληθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | γαργαληθεί |
| εμείς | γαργαληθούμε |
| εσείς | γαργαληθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γαργαληθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | γαργαλιέστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | γαργαλήσου |
| εσείς | γαργαληθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | γαργαληθεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.