Conjugation of γαμάω
ɣaˈma.oσυμμετέχω σε σεξουαλική επαφή με ενεργητικό ρόλο (λέγεται κυρίως για τον άντρα) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | γαμάω |
| εσύ | γαμάς |
| αυτός / αυτή / αυτό | γαμάει |
| εμείς | γαμάμε |
| εσείς | γαμάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γαμάνε |
Παρατατικός
| εγώ | γαμούσα |
| εσύ | γαμούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | γαμούσε |
| εμείς | γαμούσαμε |
| εσείς | γαμούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γαμούσαν |
Αόριστος
| εγώ | γάμησα |
| εσύ | γάμησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | γάμησε |
| εμείς | γαμήσαμε |
| εσείς | γαμήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γάμησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα γαμήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | γαμήσω |
| εσύ | γαμήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | γαμήσει |
| εμείς | γαμήσουμε |
| εσείς | γαμήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γαμήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | γάμα |
| εσείς | γαμάτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | γάμησε |
| εσείς | γαμήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | γαμήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | γαμιέμαι |
| εσύ | γαμιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | γαμιέται |
| εμείς | γαμιόμαστε |
| εσείς | γαμιέστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γαμιούνται |
Παρατατικός
| εγώ | γαμιόμουν |
| εσύ | γαμιόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | γαμιόταν |
| εμείς | γαμιόμασταν |
| εσείς | γαμιόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γαμιόνταν |
Αόριστος
| εγώ | γαμήθηκα |
| εσύ | γαμήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | γαμήθηκε |
| εμείς | γαμηθήκαμε |
| εσείς | γαμηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γαμήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα γαμηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | γαμηθώ |
| εσύ | γαμηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | γαμηθεί |
| εμείς | γαμηθούμε |
| εσείς | γαμηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γαμηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | γαμιέστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | γαμήσου |
| εσείς | γαμηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | γαμηθεί |