HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← γαμάω — definition

Conjugation of γαμάω

Regular CEFR C2
ɣaˈma.o

συμμετέχω σε σεξουαλική επαφή με ενεργητικό ρόλο (λέγεται κυρίως για τον άντρα) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ γαμάω
εσύ γαμάς
αυτός / αυτή / αυτό γαμάει
εμείς γαμάμε
εσείς γαμάτε
αυτοί / αυτές / αυτά γαμάνε
Παρατατικός
εγώ γαμούσα
εσύ γαμούσες
αυτός / αυτή / αυτό γαμούσε
εμείς γαμούσαμε
εσείς γαμούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά γαμούσαν
Αόριστος
εγώ γάμησα
εσύ γάμησες
αυτός / αυτή / αυτό γάμησε
εμείς γαμήσαμε
εσείς γαμήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά γάμησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γαμήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ γαμήσω
εσύ γαμήσεις
αυτός / αυτή / αυτό γαμήσει
εμείς γαμήσουμε
εσείς γαμήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά γαμήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ γάμα
εσείς γαμάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ γάμησε
εσείς γαμήστε
Απαρέμφατο αορίστου
γαμήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ γαμιέμαι
εσύ γαμιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό γαμιέται
εμείς γαμιόμαστε
εσείς γαμιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά γαμιούνται
Παρατατικός
εγώ γαμιόμουν
εσύ γαμιόσουν
αυτός / αυτή / αυτό γαμιόταν
εμείς γαμιόμασταν
εσείς γαμιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά γαμιόνταν
Αόριστος
εγώ γαμήθηκα
εσύ γαμήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό γαμήθηκε
εμείς γαμηθήκαμε
εσείς γαμηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά γαμήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γαμηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ γαμηθώ
εσύ γαμηθείς
αυτός / αυτή / αυτό γαμηθεί
εμείς γαμηθούμε
εσείς γαμηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά γαμηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς γαμιέστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ γαμήσου
εσείς γαμηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
γαμηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary