Conjugation of γαλβανίζω
ɣal.vaˈni.zoεπιψευδαργυρώνω μεταλλική επιφάνεια ή αντικείμενο για προστασία από τη διάβρωση - σκουριά Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | γαλβανίζω |
| εσύ | γαλβανίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | γαλβανίζει |
| εμείς | γαλβανίζουμε |
| εσείς | γαλβανίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γαλβανίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | γαλβάνιζα |
| εσύ | γαλβάνιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | γαλβάνιζε |
| εμείς | γαλβανίζαμε |
| εσείς | γαλβανίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γαλβάνιζαν |
Αόριστος
| εγώ | γαλβάνισα |
| εσύ | γαλβάνισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | γαλβάνισε |
| εμείς | γαλβανίσαμε |
| εσείς | γαλβανίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γαλβάνισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα γαλβανίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | γαλβανίσω |
| εσύ | γαλβανίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | γαλβανίσει |
| εμείς | γαλβανίσουμε |
| εσείς | γαλβανίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γαλβανίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | γαλβάνιζε |
| εσείς | γαλβανίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | γαλβάνισε |
| εσείς | γαλβανίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | γαλβανίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | γαλβανίζομαι |
| εσύ | γαλβανίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | γαλβανίζεται |
| εμείς | γαλβανιζόμαστε |
| εσείς | γαλβανίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γαλβανίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | γαλβανιζόμουν |
| εσύ | γαλβανιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | γαλβανιζόταν |
| εμείς | γαλβανιζόμασταν |
| εσείς | γαλβανιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γαλβανίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | γαλβανίστηκα |
| εσύ | γαλβανίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | γαλβανίστηκε |
| εμείς | γαλβανιστήκαμε |
| εσείς | γαλβανιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γαλβανίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα γαλβανιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | γαλβανιστώ |
| εσύ | γαλβανιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | γαλβανιστεί |
| εμείς | γαλβανιστούμε |
| εσείς | γαλβανιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γαλβανιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | γαλβανίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | γαλβανίσου |
| εσείς | γαλβανιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | γαλβανιστεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.