HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← γαβγίζω — definition

Conjugation of γαβγίζω

Regular CEFR B1

φωνάζω αυταρχικά, άγρια και ίσως ακατάληπτα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ γαβγίζω
εσύ γαβγίζεις
αυτός / αυτή / αυτό γαβγίζει
εμείς γαβγίζουμε
εσείς γαβγίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά γαβγίζουν
Παρατατικός
εγώ γάβγιζα
εσύ γάβγιζες
αυτός / αυτή / αυτό γάβγιζε
εμείς γαβγίζαμε
εσείς γαβγίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά γάβγιζαν
Αόριστος
εγώ γάβγισα
εσύ γάβγισες
αυτός / αυτή / αυτό γάβγισε
εμείς γαβγίσαμε
εσείς γαβγίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά γάβγισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γαβγίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ γαβγίσω
εσύ γαβγίσεις
αυτός / αυτή / αυτό γαβγίσει
εμείς γαβγίσουμε
εσείς γαβγίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά γαβγίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ γάβγιζε
εσείς γαβγίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ γάβγισε
εσείς γαβγίστε
Απαρέμφατο αορίστου
γαβγίσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary