HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← βόσκω — definition

Conjugation of βόσκω

Regular CEFR B1
ˈvo.sko

μαζεύω και πηγαίνω τα ζώα (αγελάδες και πρόβατα συνήθως) για να φάνε (χορτάρι) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ βόσκω (→βοσκάω/βοσκώ)
εσύ βόσκεις
αυτός / αυτή / αυτό βόσκει
εμείς βόσκουμε
εσείς βόσκετε
αυτοί / αυτές / αυτά βόσκουν
Παρατατικός
εγώ έβοσκα
εσύ έβοσκες
αυτός / αυτή / αυτό έβοσκε
εμείς βόσκαμε
εσείς βόσκατε
αυτοί / αυτές / αυτά έβοσκαν
Αόριστος
εγώ βόσκησα
εσύ βόσκησες
αυτός / αυτή / αυτό βόσκησε
εμείς βοσκήσαμε
εσείς βοσκήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά βόσκησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βοσκήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ βοσκήσω
εσύ βοσκήσεις
αυτός / αυτή / αυτό βοσκήσει
εμείς βοσκήσουμε
εσείς βοσκήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά βοσκήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ βόσκε
εσείς βόσκετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ βόσκησε
εσείς βοσκήστε
Απαρέμφατο αορίστου
βοσκήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ βόσκομαι (βοσκιέμαι →)
εσύ βόσκεσαι
αυτός / αυτή / αυτό βόσκεται
εμείς βοσκόμαστε
εσείς βόσκεστε
αυτοί / αυτές / αυτά βόσκονται
Παρατατικός
εγώ βοσκόμουν
εσύ βοσκόσουν
αυτός / αυτή / αυτό βοσκόταν
εμείς βοσκόμασταν
εσείς βοσκόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά βόσκονταν
Αόριστος
εγώ βοσκήθηκα
εσύ βοσκήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό βοσκήθηκε
εμείς βοσκηθήκαμε
εσείς βοσκηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά βοσκήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βοσκηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ βοσκηθώ
εσύ βοσκηθείς
αυτός / αυτή / αυτό βοσκηθεί
εμείς βοσκηθούμε
εσείς βοσκηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά βοσκηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς βόσκεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ βοσκήσου
εσείς βοσκηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
βοσκηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary