HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← βυθίζω — definition

Conjugation of βυθίζω

Regular CEFR B1
viˈθi.zo

πιέζω κάτι για να κατέβει λίγο ή ολοκληρωτικά μέσα στο νερό ή άλλο υγρό Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ βυθίζω
εσύ βυθίζεις
αυτός / αυτή / αυτό βυθίζει
εμείς βυθίζουμε
εσείς βυθίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά βυθίζουν
Παρατατικός
εγώ βύθιζα
εσύ βύθιζες
αυτός / αυτή / αυτό βύθιζε
εμείς βυθίζαμε
εσείς βυθίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά βύθιζαν
Αόριστος
εγώ βύθισα
εσύ βύθισες
αυτός / αυτή / αυτό βύθισε
εμείς βυθίσαμε
εσείς βυθίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά βύθισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βυθίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ βυθίσω
εσύ βυθίσεις
αυτός / αυτή / αυτό βυθίσει
εμείς βυθίσουμε
εσείς βυθίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά βυθίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ βύθιζε
εσείς βυθίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ βύθισε
εσείς βυθίστε
Απαρέμφατο αορίστου
βυθίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ βυθίζομαι
εσύ βυθίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό βυθίζεται
εμείς βυθιζόμαστε
εσείς βυθίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά βυθίζονται
Παρατατικός
εγώ βυθιζόμουν
εσύ βυθιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό βυθιζόταν
εμείς βυθιζόμασταν
εσείς βυθιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά βυθίζονταν
Αόριστος
εγώ βυθίστηκα
εσύ βυθίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό βυθίστηκε
εμείς βυθιστήκαμε
εσείς βυθιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά βυθίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βυθιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ βυθιστώ
εσύ βυθιστείς
αυτός / αυτή / αυτό βυθιστεί
εμείς βυθιστούμε
εσείς βυθιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά βυθιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς βυθίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ βυθίσου
εσείς βυθιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
βυθιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary