Conjugation of βυθίζω
viˈθi.zoπιέζω κάτι για να κατέβει λίγο ή ολοκληρωτικά μέσα στο νερό ή άλλο υγρό Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | βυθίζω |
| εσύ | βυθίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | βυθίζει |
| εμείς | βυθίζουμε |
| εσείς | βυθίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βυθίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | βύθιζα |
| εσύ | βύθιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | βύθιζε |
| εμείς | βυθίζαμε |
| εσείς | βυθίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βύθιζαν |
Αόριστος
| εγώ | βύθισα |
| εσύ | βύθισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | βύθισε |
| εμείς | βυθίσαμε |
| εσείς | βυθίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βύθισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα βυθίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | βυθίσω |
| εσύ | βυθίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | βυθίσει |
| εμείς | βυθίσουμε |
| εσείς | βυθίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βυθίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | βύθιζε |
| εσείς | βυθίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | βύθισε |
| εσείς | βυθίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | βυθίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | βυθίζομαι |
| εσύ | βυθίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | βυθίζεται |
| εμείς | βυθιζόμαστε |
| εσείς | βυθίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βυθίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | βυθιζόμουν |
| εσύ | βυθιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | βυθιζόταν |
| εμείς | βυθιζόμασταν |
| εσείς | βυθιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βυθίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | βυθίστηκα |
| εσύ | βυθίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | βυθίστηκε |
| εμείς | βυθιστήκαμε |
| εσείς | βυθιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βυθίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα βυθιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | βυθιστώ |
| εσύ | βυθιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | βυθιστεί |
| εμείς | βυθιστούμε |
| εσείς | βυθιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βυθιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | βυθίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | βυθίσου |
| εσείς | βυθιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | βυθιστεί |