Conjugation of βρομάω
vɾoˈma.oυπάρχουν ξεκάθαρα στοιχεία που δείχνουν διαφθορά, ανήθικες πράξεις κλπ. Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | βρομάω |
| εσύ | βρομάς |
| αυτός / αυτή / αυτό | βρομάει |
| εμείς | βρομάμε |
| εσείς | βρομάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βρομάνε |
Παρατατικός
| εγώ | βρομούσα |
| εσύ | βρομούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | βρομούσε |
| εμείς | βρομούσαμε |
| εσείς | βρομούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βρομούσαν |
Αόριστος
| εγώ | βρόμησα |
| εσύ | βρόμησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | βρόμησε |
| εμείς | βρομήσαμε |
| εσείς | βρομήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βρόμησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα βρομήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | βρομήσω |
| εσύ | βρομήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | βρομήσει |
| εμείς | βρομήσουμε |
| εσείς | βρομήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βρομήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | βρόμα |
| εσείς | βρομάτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | βρόμησε |
| εσείς | βρομήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | βρομήσει |