Conjugation of βρίσκω
ˈvɾi.skoεμποδίζομαι λόγω έκτασης ή προέκτασης κατά την κίνησή μου από κάτι ή ακουμπώ κάτι όταν κινούμαι Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | βρίσκω |
| εσύ | βρίσκεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | βρίσκει |
| εμείς | βρίσκουμε |
| εσείς | βρίσκετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βρίσκουν |
Παρατατικός
| εγώ | έβρισκα |
| εσύ | έβρισκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έβρισκε |
| εμείς | βρίσκαμε |
| εσείς | βρίσκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έβρισκαν |
Αόριστος
| εγώ | βρήκα |
| εσύ | βρήκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | βρήκε |
| εμείς | βρήκαμε |
| εσείς | βρήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βρήκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα βρω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | βρω |
| εσύ | βρεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | βρει |
| εμείς | βρούμε |
| εσείς | βρείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βρουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | βρίσκε |
| εσείς | βρίσκετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | βρες |
| εσείς | βρείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | βρει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | βρίσκομαι |
| εσύ | βρίσκεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | βρίσκεται |
| εμείς | βρισκόμαστε |
| εσείς | βρίσκεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βρίσκονται |
Παρατατικός
| εγώ | βρισκόμουν |
| εσύ | βρισκόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | βρισκόταν |
| εμείς | βρισκόμασταν |
| εσείς | βρισκόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βρίσκονταν |
Αόριστος
| εγώ | βρέθηκα |
| εσύ | βρέθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | βρέθηκε |
| εμείς | βρεθήκαμε |
| εσείς | βρεθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βρέθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα βρεθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | βρεθώ |
| εσύ | βρεθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | βρεθεί |
| εμείς | βρεθούμε |
| εσείς | βρεθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βρεθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | βρίσκεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσείς | βρεθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | βρεθεί |