Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | βουτυρώνω |
| εσύ | βουτυρώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | βουτυρώνει |
| εμείς | βουτυρώνουμε |
| εσείς | βουτυρώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βουτυρώνουν |
Παρατατικός
| εγώ | βουτύρωνα |
| εσύ | βουτύρωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | βουτύρωνε |
| εμείς | βουτυρώναμε |
| εσείς | βουτυρώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βουτύρωναν |
Αόριστος
| εγώ | βουτύρωσα |
| εσύ | βουτύρωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | βουτύρωσε |
| εμείς | βουτυρώσαμε |
| εσείς | βουτυρώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βουτύρωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα βουτυρώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | βουτυρώσω |
| εσύ | βουτυρώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | βουτυρώσει |
| εμείς | βουτυρώσουμε |
| εσείς | βουτυρώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βουτυρώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | βουτύρωνε |
| εσείς | βουτυρώνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | βουτύρωσε |
| εσείς | βουτυρώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | βουτυρώσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | βουτυρώνομαι |
| εσύ | βουτυρώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | βουτυρώνεται |
| εμείς | βουτυρωνόμαστε |
| εσείς | βουτυρώνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βουτυρώνονται |
Παρατατικός
| εγώ | βουτυρωνόμουν |
| εσύ | βουτυρωνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | βουτυρωνόταν |
| εμείς | βουτυρωνόμασταν |
| εσείς | βουτυρωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βουτυρώνονταν |
Αόριστος
| εγώ | βουτυρώθηκα |
| εσύ | βουτυρώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | βουτυρώθηκε |
| εμείς | βουτυρωθήκαμε |
| εσείς | βουτυρωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βουτυρώθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα βουτυρωθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | βουτυρωθώ |
| εσύ | βουτυρωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | βουτυρωθεί |
| εμείς | βουτυρωθούμε |
| εσείς | βουτυρωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βουτυρωθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | βουτυρώνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | βουτυρώσου |
| εσείς | βουτυρωθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | βουτυρωθεί |