HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← βουτυρώνω — definition

Conjugation of βουτυρώνω

Regular CEFR B2
vu.tiˈɾo.no

αλείφω με βούτυρο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ βουτυρώνω
εσύ βουτυρώνεις
αυτός / αυτή / αυτό βουτυρώνει
εμείς βουτυρώνουμε
εσείς βουτυρώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά βουτυρώνουν
Παρατατικός
εγώ βουτύρωνα
εσύ βουτύρωνες
αυτός / αυτή / αυτό βουτύρωνε
εμείς βουτυρώναμε
εσείς βουτυρώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά βουτύρωναν
Αόριστος
εγώ βουτύρωσα
εσύ βουτύρωσες
αυτός / αυτή / αυτό βουτύρωσε
εμείς βουτυρώσαμε
εσείς βουτυρώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά βουτύρωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βουτυρώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ βουτυρώσω
εσύ βουτυρώσεις
αυτός / αυτή / αυτό βουτυρώσει
εμείς βουτυρώσουμε
εσείς βουτυρώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά βουτυρώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ βουτύρωνε
εσείς βουτυρώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ βουτύρωσε
εσείς βουτυρώστε
Απαρέμφατο αορίστου
βουτυρώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ βουτυρώνομαι
εσύ βουτυρώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό βουτυρώνεται
εμείς βουτυρωνόμαστε
εσείς βουτυρώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά βουτυρώνονται
Παρατατικός
εγώ βουτυρωνόμουν
εσύ βουτυρωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό βουτυρωνόταν
εμείς βουτυρωνόμασταν
εσείς βουτυρωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά βουτυρώνονταν
Αόριστος
εγώ βουτυρώθηκα
εσύ βουτυρώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό βουτυρώθηκε
εμείς βουτυρωθήκαμε
εσείς βουτυρωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά βουτυρώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βουτυρωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ βουτυρωθώ
εσύ βουτυρωθείς
αυτός / αυτή / αυτό βουτυρωθεί
εμείς βουτυρωθούμε
εσείς βουτυρωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά βουτυρωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς βουτυρώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ βουτυρώσου
εσείς βουτυρωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
βουτυρωθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary