HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← βουτάω — definition

Conjugation of βουτάω

Regular CEFR C2
vuˈta.o

μπαίνω σε υγρό, όπως στη θάλασσα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ βουτάω
εσύ βουτάς
αυτός / αυτή / αυτό βουτάει
εμείς βουτάμε
εσείς βουτάτε
αυτοί / αυτές / αυτά βουτάνε
Παρατατικός
εγώ βουτούσα
εσύ βουτούσες
αυτός / αυτή / αυτό βουτούσε
εμείς βουτούσαμε
εσείς βουτούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά βουτούσαν
Αόριστος
εγώ βούτηξα
εσύ βούτηξες
αυτός / αυτή / αυτό βούτηξε
εμείς βουτήξαμε
εσείς βουτήξατε
αυτοί / αυτές / αυτά βούτηξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βουτήξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ βουτήξω
εσύ βουτήξεις
αυτός / αυτή / αυτό βουτήξει
εμείς βουτήξουμε
εσείς βουτήξετε
αυτοί / αυτές / αυτά βουτήξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ βούτα
εσείς βουτάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ βούτηξε
εσείς βουτήξτε
Απαρέμφατο αορίστου
βουτήξει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ βουτιέμαι
εσύ βουτιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό βουτιέται
εμείς βουτιόμαστε
εσείς βουτιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά βουτιούνται
Παρατατικός
εγώ βουτιόμουν
εσύ βουτιόσουν
αυτός / αυτή / αυτό βουτιόταν
εμείς βουτιόμασταν
εσείς βουτιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά βουτιόνταν
Αόριστος
εγώ βουτήχτηκα
εσύ βουτήχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό βουτήχτηκε
εμείς βουτηχτήκαμε
εσείς βουτηχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά βουτήχτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βουτηχτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ βουτηχτώ
εσύ βουτηχτείς
αυτός / αυτή / αυτό βουτηχτεί
εμείς βουτηχτούμε
εσείς βουτηχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά βουτηχτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς βουτιέστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ βουτήξου
εσείς βουτηχτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
βουτηχτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary