Conjugation of βουρτσίζω
vuɾˈt͡si.zoο λούστρος βούρτσισε τα παπούτσια και τα πέρασε με βερνίκι Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | βουρτσίζω |
| εσύ | βουρτσίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | βουρτσίζει |
| εμείς | βουρτσίζουμε |
| εσείς | βουρτσίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βουρτσίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | βούρτσιζα |
| εσύ | βούρτσιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | βούρτσιζε |
| εμείς | βουρτσίζαμε |
| εσείς | βουρτσίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βούρτσιζαν |
Αόριστος
| εγώ | βούρτσισα |
| εσύ | βούρτσισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | βούρτσισε |
| εμείς | βουρτσίσαμε |
| εσείς | βουρτσίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βούρτσισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα βουρτσίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | βουρτσίσω |
| εσύ | βουρτσίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | βουρτσίσει |
| εμείς | βουρτσίσουμε |
| εσείς | βουρτσίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βουρτσίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | βούρτσιζε |
| εσείς | βουρτσίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | βούρτσισε |
| εσείς | βουρτσίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | βουρτσίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | βουρτσίζομαι |
| εσύ | βουρτσίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | βουρτσίζεται |
| εμείς | βουρτσιζόμαστε |
| εσείς | βουρτσίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βουρτσίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | βουρτσιζόμουν |
| εσύ | βουρτσιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | βουρτσιζόταν |
| εμείς | βουρτσιζόμασταν |
| εσείς | βουρτσιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βουρτσίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | βουρτσίστηκα |
| εσύ | βουρτσίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | βουρτσίστηκε |
| εμείς | βουρτσιστήκαμε |
| εσείς | βουρτσιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βουρτσίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα βουρτσιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | βουρτσιστώ |
| εσύ | βουρτσιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | βουρτσιστεί |
| εμείς | βουρτσιστούμε |
| εσείς | βουρτσιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βουρτσιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | βουρτσίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | βουρτσίσου |
| εσείς | βουρτσιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | βουρτσιστεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.