HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← βουλιάζω — definition

Conjugation of βουλιάζω

Regular CEFR B2
vuˈʎa.zo

υποχωρώ, παθαίνω καθίζηση Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ βουλιάζω
εσύ βουλιάζεις
αυτός / αυτή / αυτό βουλιάζει
εμείς βουλιάζουμε
εσείς βουλιάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά βουλιάζουν
Παρατατικός
εγώ βούλιαζα
εσύ βούλιαζες
αυτός / αυτή / αυτό βούλιαζε
εμείς βουλιάζαμε
εσείς βουλιάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά βούλιαζαν
Αόριστος
εγώ βούλιαξα
εσύ βούλιαξες
αυτός / αυτή / αυτό βούλιαξε
εμείς βουλιάξαμε
εσείς βουλιάξατε
αυτοί / αυτές / αυτά βούλιαξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βουλιάξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ βουλιάξω
εσύ βουλιάξεις
αυτός / αυτή / αυτό βουλιάξει
εμείς βουλιάξουμε
εσείς βουλιάξετε
αυτοί / αυτές / αυτά βουλιάξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ βούλιαζε
εσείς βουλιάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ βούλιαξε
εσείς βουλιάξτε
Απαρέμφατο αορίστου
βουλιάξει

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary