Conjugation of βομβαρδίζω
voɱvarðizoεπιτίθεμαι ρίχνοντας βόμβες ή βλήματα Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | βομβαρδίζω |
| εσύ | βομβαρδίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | βομβαρδίζει |
| εμείς | βομβαρδίζουμε |
| εσείς | βομβαρδίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βομβαρδίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | βομβάρδιζα |
| εσύ | βομβάρδιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | βομβάρδιζε |
| εμείς | βομβαρδίζαμε |
| εσείς | βομβαρδίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βομβάρδιζαν |
Αόριστος
| εγώ | βομβάρδισα |
| εσύ | βομβάρδισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | βομβάρδισε |
| εμείς | βομβαρδίσαμε |
| εσείς | βομβαρδίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βομβάρδισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα βομβαρδίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | βομβαρδίσω |
| εσύ | βομβαρδίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | βομβαρδίσει |
| εμείς | βομβαρδίσουμε |
| εσείς | βομβαρδίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βομβαρδίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | βομβάρδιζε |
| εσείς | βομβαρδίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | βομβάρδισε |
| εσείς | βομβαρδίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | βομβαρδίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | βομβαρδίζομαι |
| εσύ | βομβαρδίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | βομβαρδίζεται |
| εμείς | βομβαρδιζόμαστε |
| εσείς | βομβαρδίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βομβαρδίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | βομβαρδιζόμουν |
| εσύ | βομβαρδιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | βομβαρδιζόταν |
| εμείς | βομβαρδιζόμασταν |
| εσείς | βομβαρδιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βομβαρδίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | βομβαρδίστηκα |
| εσύ | βομβαρδίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | βομβαρδίστηκε |
| εμείς | βομβαρδιστήκαμε |
| εσείς | βομβαρδιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βομβαρδίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα βομβαρδιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | βομβαρδιστώ |
| εσύ | βομβαρδιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | βομβαρδιστεί |
| εμείς | βομβαρδιστούμε |
| εσείς | βομβαρδιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βομβαρδιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | βομβαρδίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | βομβαρδίσου |
| εσείς | βομβαρδιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | βομβαρδιστεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.