HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← βομβαρδίζω — definition

Conjugation of βομβαρδίζω

Regular CEFR B2
voɱvarðizo

επιτίθεμαι ρίχνοντας βόμβες ή βλήματα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ βομβαρδίζω
εσύ βομβαρδίζεις
αυτός / αυτή / αυτό βομβαρδίζει
εμείς βομβαρδίζουμε
εσείς βομβαρδίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά βομβαρδίζουν
Παρατατικός
εγώ βομβάρδιζα
εσύ βομβάρδιζες
αυτός / αυτή / αυτό βομβάρδιζε
εμείς βομβαρδίζαμε
εσείς βομβαρδίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά βομβάρδιζαν
Αόριστος
εγώ βομβάρδισα
εσύ βομβάρδισες
αυτός / αυτή / αυτό βομβάρδισε
εμείς βομβαρδίσαμε
εσείς βομβαρδίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά βομβάρδισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βομβαρδίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ βομβαρδίσω
εσύ βομβαρδίσεις
αυτός / αυτή / αυτό βομβαρδίσει
εμείς βομβαρδίσουμε
εσείς βομβαρδίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά βομβαρδίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ βομβάρδιζε
εσείς βομβαρδίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ βομβάρδισε
εσείς βομβαρδίστε
Απαρέμφατο αορίστου
βομβαρδίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ βομβαρδίζομαι
εσύ βομβαρδίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό βομβαρδίζεται
εμείς βομβαρδιζόμαστε
εσείς βομβαρδίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά βομβαρδίζονται
Παρατατικός
εγώ βομβαρδιζόμουν
εσύ βομβαρδιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό βομβαρδιζόταν
εμείς βομβαρδιζόμασταν
εσείς βομβαρδιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά βομβαρδίζονταν
Αόριστος
εγώ βομβαρδίστηκα
εσύ βομβαρδίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό βομβαρδίστηκε
εμείς βομβαρδιστήκαμε
εσείς βομβαρδιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά βομβαρδίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βομβαρδιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ βομβαρδιστώ
εσύ βομβαρδιστείς
αυτός / αυτή / αυτό βομβαρδιστεί
εμείς βομβαρδιστούμε
εσείς βομβαρδιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά βομβαρδιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς βομβαρδίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ βομβαρδίσου
εσείς βομβαρδιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
βομβαρδιστεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary