HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← βολεύω — definition

Conjugation of βολεύω

Regular CEFR B1
voˈle.vo

βάζω κάποιον στη θέση του, του φέρομαι όπως του αξίζει Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ βολεύω
εσύ βολεύεις
αυτός / αυτή / αυτό βολεύει
εμείς βολεύουμε
εσείς βολεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά βολεύουν
Παρατατικός
εγώ βόλευα
εσύ βόλευες
αυτός / αυτή / αυτό βόλευε
εμείς βολεύαμε
εσείς βολεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά βόλευαν
Αόριστος
εγώ βόλεψα
εσύ βόλεψες
αυτός / αυτή / αυτό βόλεψε
εμείς βολέψαμε
εσείς βολέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά βόλεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βολέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ βολέψω
εσύ βολέψεις
αυτός / αυτή / αυτό βολέψει
εμείς βολέψουμε
εσείς βολέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά βολέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ βόλευε
εσείς βολεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ βόλεψε
εσείς βολέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
βολέψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ βολεύομαι
εσύ βολεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό βολεύεται
εμείς βολευόμαστε
εσείς βολεύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά βολεύονται
Παρατατικός
εγώ βολευόμουν
εσύ βολευόσουν
αυτός / αυτή / αυτό βολευόταν
εμείς βολευόμασταν
εσείς βολευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά βολεύονταν
Αόριστος
εγώ βολεύτηκα
εσύ βολεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό βολεύτηκε
εμείς βολευτήκαμε
εσείς βολευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά βολεύτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βολευτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ βολευτώ
εσύ βολευτείς
αυτός / αυτή / αυτό βολευτεί
εμείς βολευτούμε
εσείς βολευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά βολευτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς βολεύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ βολέψου
εσείς βολευτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
βολευτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary