Conjugation of βολεύω
voˈle.voβάζω κάποιον στη θέση του, του φέρομαι όπως του αξίζει Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | βολεύω |
| εσύ | βολεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | βολεύει |
| εμείς | βολεύουμε |
| εσείς | βολεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βολεύουν |
Παρατατικός
| εγώ | βόλευα |
| εσύ | βόλευες |
| αυτός / αυτή / αυτό | βόλευε |
| εμείς | βολεύαμε |
| εσείς | βολεύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βόλευαν |
Αόριστος
| εγώ | βόλεψα |
| εσύ | βόλεψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | βόλεψε |
| εμείς | βολέψαμε |
| εσείς | βολέψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βόλεψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα βολέψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | βολέψω |
| εσύ | βολέψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | βολέψει |
| εμείς | βολέψουμε |
| εσείς | βολέψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βολέψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | βόλευε |
| εσείς | βολεύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | βόλεψε |
| εσείς | βολέψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | βολέψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | βολεύομαι |
| εσύ | βολεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | βολεύεται |
| εμείς | βολευόμαστε |
| εσείς | βολεύεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βολεύονται |
Παρατατικός
| εγώ | βολευόμουν |
| εσύ | βολευόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | βολευόταν |
| εμείς | βολευόμασταν |
| εσείς | βολευόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βολεύονταν |
Αόριστος
| εγώ | βολεύτηκα |
| εσύ | βολεύτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | βολεύτηκε |
| εμείς | βολευτήκαμε |
| εσείς | βολευτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βολεύτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα βολευτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | βολευτώ |
| εσύ | βολευτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | βολευτεί |
| εμείς | βολευτούμε |
| εσείς | βολευτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βολευτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | βολεύεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | βολέψου |
| εσείς | βολευτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | βολευτεί |