HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← βογκάω — definition

Conjugation of βογκάω

Regular CEFR B1
voŋˈɡa.o

βγάζω δυνατή και άναρθρη κραυγή που προέρχεται μάλλον από δυσάρεστα αισθήματα, κυρίως πόνο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ βογκάω
εσύ βογκάς
αυτός / αυτή / αυτό βογκάει
εμείς βογκάμε
εσείς βογκάτε
αυτοί / αυτές / αυτά βογκάνε
Παρατατικός
εγώ βογκούσα
εσύ βογκούσες
αυτός / αυτή / αυτό βογκούσε
εμείς βογκούσαμε
εσείς βογκούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά βογκούσαν
Αόριστος
εγώ βόγγηξα
εσύ βόγγηξες
αυτός / αυτή / αυτό βόγγηξε
εμείς βογκήξαμε
εσείς βογκήξατε
αυτοί / αυτές / αυτά βόγγηξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βογκήξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ βογκήξω
εσύ βογκήξεις
αυτός / αυτή / αυτό βογκήξει
εμείς βογκήξουμε
εσείς βογκήξετε
αυτοί / αυτές / αυτά βογκήξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ βόγγα
εσείς βογκάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ βόγγηξε
εσείς βογκήξτε
Απαρέμφατο αορίστου
βογκήξει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary