Conjugation of βλέπω
ˈvle.poαντιλαμβάνομαι την ύπαρξη αντικειμένων με τα μάτια μου Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | βλέπω |
| εσύ | βλέπεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | βλέπει |
| εμείς | βλέπουμε |
| εσείς | βλέπετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βλέπουν |
Παρατατικός
| εγώ | έβλεπα |
| εσύ | έβλεπες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έβλεπε |
| εμείς | βλέπαμε |
| εσείς | βλέπατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έβλεπαν |
Αόριστος
| εγώ | είδα |
| εσύ | είδες |
| αυτός / αυτή / αυτό | είδε |
| εμείς | είδαμε |
| εσείς | είδατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | είδαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα δω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | δω |
| εσύ | δεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | δει |
| εμείς | δούμε |
| εσείς | δείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | βλέπε |
| εσείς | βλέπετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | δες |
| εσείς | δείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | δει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | βλέπομαι |
| εσύ | βλέπεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | βλέπεται |
| εμείς | βλεπόμαστε |
| εσείς | βλέπεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βλέπονται |
Παρατατικός
| εγώ | βλεπόμουν |
| εσύ | βλεπόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | βλεπόταν |
| εμείς | βλεπόμασταν |
| εσείς | βλεπόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βλέπονταν |
Αόριστος
| εγώ | ειδώθηκα |
| εσύ | ειδώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ειδώθηκε |
| εμείς | ειδωθήκαμε |
| εσείς | ειδωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ειδώθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ιδωθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ιδωθώ |
| εσύ | ιδωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ιδωθεί |
| εμείς | ιδωθούμε |
| εσείς | ιδωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ιδωθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | βλέπεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσείς | ιδωθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ιδωθεί |