Conjugation of βλάπτω
ˈvla.ptoαλλάζω προς το χειρότερο την κατάσταση κάποιου πράγματος Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | βλάπτω (βλάφτω →) |
| εσύ | βλάπτεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | βλάπτει |
| εμείς | βλάπτουμε |
| εσείς | βλάπτετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βλάπτουν |
Παρατατικός
| εγώ | έβλαπτα |
| εσύ | έβλαπτες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έβλαπτε |
| εμείς | βλάπταμε |
| εσείς | βλάπτατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έβλαπταν |
Αόριστος
| εγώ | έβλαψα |
| εσύ | έβλαψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έβλαψε |
| εμείς | βλάψαμε |
| εσείς | βλάψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έβλαψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα βλάψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | βλάψω |
| εσύ | βλάψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | βλάψει |
| εμείς | βλάψουμε |
| εσείς | βλάψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βλάψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | βλάπτε |
| εσείς | βλάπτετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | βλάψε |
| εσείς | βλάψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | βλάψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | βλάπτομαι |
| εσύ | βλάπτεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | βλάπτεται |
| εμείς | βλαπτόμαστε |
| εσείς | βλάπτεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βλάπτονται |
Παρατατικός
| εγώ | βλαπτόμουν |
| εσύ | βλαπτόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | βλαπτόταν |
| εμείς | βλαπτόμασταν |
| εσείς | βλαπτόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βλάπτονταν |
Αόριστος
| εγώ | βλάφθηκα (βλάφτηκα³ →) |
| εσύ | βλάφθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | βλάφθηκε |
| εμείς | βλαφθήκαμε |
| εσείς | βλαφθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βλάφθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα βλαφθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | βλαφθώ (βλαφτώ³ →) |
| εσύ | βλαφθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | βλαφθεί |
| εμείς | βλαφθούμε |
| εσείς | βλαφθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βλαφθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | βλάπτεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | βλάψου |
| εσείς | βλαφθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | βλαφθεί |