HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← βλάπτω — definition

Conjugation of βλάπτω

Regular CEFR B1
ˈvla.pto

αλλάζω προς το χειρότερο την κατάσταση κάποιου πράγματος Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ βλάπτω (βλάφτω →)
εσύ βλάπτεις
αυτός / αυτή / αυτό βλάπτει
εμείς βλάπτουμε
εσείς βλάπτετε
αυτοί / αυτές / αυτά βλάπτουν
Παρατατικός
εγώ έβλαπτα
εσύ έβλαπτες
αυτός / αυτή / αυτό έβλαπτε
εμείς βλάπταμε
εσείς βλάπτατε
αυτοί / αυτές / αυτά έβλαπταν
Αόριστος
εγώ έβλαψα
εσύ έβλαψες
αυτός / αυτή / αυτό έβλαψε
εμείς βλάψαμε
εσείς βλάψατε
αυτοί / αυτές / αυτά έβλαψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βλάψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ βλάψω
εσύ βλάψεις
αυτός / αυτή / αυτό βλάψει
εμείς βλάψουμε
εσείς βλάψετε
αυτοί / αυτές / αυτά βλάψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ βλάπτε
εσείς βλάπτετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ βλάψε
εσείς βλάψτε
Απαρέμφατο αορίστου
βλάψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ βλάπτομαι
εσύ βλάπτεσαι
αυτός / αυτή / αυτό βλάπτεται
εμείς βλαπτόμαστε
εσείς βλάπτεστε
αυτοί / αυτές / αυτά βλάπτονται
Παρατατικός
εγώ βλαπτόμουν
εσύ βλαπτόσουν
αυτός / αυτή / αυτό βλαπτόταν
εμείς βλαπτόμασταν
εσείς βλαπτόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά βλάπτονταν
Αόριστος
εγώ βλάφθηκα (βλάφτηκα³ →)
εσύ βλάφθηκες
αυτός / αυτή / αυτό βλάφθηκε
εμείς βλαφθήκαμε
εσείς βλαφθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά βλάφθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βλαφθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ βλαφθώ (βλαφτώ³ →)
εσύ βλαφθείς
αυτός / αυτή / αυτό βλαφθεί
εμείς βλαφθούμε
εσείς βλαφθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά βλαφθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς βλάπτεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ βλάψου
εσείς βλαφθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
βλαφθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary