Conjugation of βιώνω
viˈo.noζω μια κατάσταση ή ένα γεγονός με συνειδητό και έντονο τρόπο Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | βιώνω |
| εσύ | βιώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | βιώνει |
| εμείς | βιώνουμε |
| εσείς | βιώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βιώνουν |
Παρατατικός
| εγώ | βίωνα |
| εσύ | βίωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | βίωνε |
| εμείς | βιώναμε |
| εσείς | βιώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βίωναν |
Αόριστος
| εγώ | βίωσα |
| εσύ | βίωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | βίωσε |
| εμείς | βιώσαμε |
| εσείς | βιώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βίωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα βιώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | βιώσω |
| εσύ | βιώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | βιώσει |
| εμείς | βιώσουμε |
| εσείς | βιώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βιώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | βίωνε |
| εσείς | βιώνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | βίωσε |
| εσείς | βιώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | βιώσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | βιώνομαι |
| εσύ | βιώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | βιώνεται |
| εμείς | βιωνόμαστε |
| εσείς | βιώνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βιώνονται |
Παρατατικός
| εγώ | βιωνόμουν |
| εσύ | βιωνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | βιωνόταν |
| εμείς | βιωνόμασταν |
| εσείς | βιωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βιώνονταν |
Αόριστος
| εγώ | βιώθηκα |
| εσύ | βιώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | βιώθηκε |
| εμείς | βιωθήκαμε |
| εσείς | βιωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βιώθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα βιωθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | βιωθώ |
| εσύ | βιωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | βιωθεί |
| εμείς | βιωθούμε |
| εσείς | βιωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βιωθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | βιώνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | βιώσου |
| εσείς | βιωθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | βιωθεί |