HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← βιώνω — definition

Conjugation of βιώνω

Regular CEFR B1
viˈo.no

ζω μια κατάσταση ή ένα γεγονός με συνειδητό και έντονο τρόπο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ βιώνω
εσύ βιώνεις
αυτός / αυτή / αυτό βιώνει
εμείς βιώνουμε
εσείς βιώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά βιώνουν
Παρατατικός
εγώ βίωνα
εσύ βίωνες
αυτός / αυτή / αυτό βίωνε
εμείς βιώναμε
εσείς βιώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά βίωναν
Αόριστος
εγώ βίωσα
εσύ βίωσες
αυτός / αυτή / αυτό βίωσε
εμείς βιώσαμε
εσείς βιώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά βίωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βιώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ βιώσω
εσύ βιώσεις
αυτός / αυτή / αυτό βιώσει
εμείς βιώσουμε
εσείς βιώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά βιώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ βίωνε
εσείς βιώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ βίωσε
εσείς βιώστε
Απαρέμφατο αορίστου
βιώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ βιώνομαι
εσύ βιώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό βιώνεται
εμείς βιωνόμαστε
εσείς βιώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά βιώνονται
Παρατατικός
εγώ βιωνόμουν
εσύ βιωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό βιωνόταν
εμείς βιωνόμασταν
εσείς βιωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά βιώνονταν
Αόριστος
εγώ βιώθηκα
εσύ βιώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό βιώθηκε
εμείς βιωθήκαμε
εσείς βιωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά βιώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βιωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ βιωθώ
εσύ βιωθείς
αυτός / αυτή / αυτό βιωθεί
εμείς βιωθούμε
εσείς βιωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά βιωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς βιώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ βιώσου
εσείς βιωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
βιωθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary