HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← βηματίζω — definition

Conjugation of βηματίζω

Regular CEFR B2
vi.maˈti.zo

κάνω βήματα, περπατώ, συνήθως πέρα δώθε Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ βηματίζω
εσύ βηματίζεις
αυτός / αυτή / αυτό βηματίζει
εμείς βηματίζουμε
εσείς βηματίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά βηματίζουν
Παρατατικός
εγώ βημάτιζα
εσύ βημάτιζες
αυτός / αυτή / αυτό βημάτιζε
εμείς βηματίζαμε
εσείς βηματίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά βημάτιζαν
Αόριστος
εγώ βημάτισα
εσύ βημάτισες
αυτός / αυτή / αυτό βημάτισε
εμείς βηματίσαμε
εσείς βηματίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά βημάτισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βηματίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ βηματίσω
εσύ βηματίσεις
αυτός / αυτή / αυτό βηματίσει
εμείς βηματίσουμε
εσείς βηματίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά βηματίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ βημάτιζε
εσείς βηματίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ βημάτισε
εσείς βηματίστε
Απαρέμφατο αορίστου
βηματίσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary