Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | βερνικώνω |
| εσύ | βερνικώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | βερνικώνει |
| εμείς | βερνικώνουμε |
| εσείς | βερνικώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βερνικώνουν |
Παρατατικός
| εγώ | βερνίκωνα |
| εσύ | βερνίκωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | βερνίκωνε |
| εμείς | βερνικώναμε |
| εσείς | βερνικώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βερνίκωναν |
Αόριστος
| εγώ | βερνίκωσα |
| εσύ | βερνίκωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | βερνίκωσε |
| εμείς | βερνικώσαμε |
| εσείς | βερνικώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βερνίκωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα βερνικώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | βερνικώσω |
| εσύ | βερνικώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | βερνικώσει |
| εμείς | βερνικώσουμε |
| εσείς | βερνικώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βερνικώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | βερνίκωνε |
| εσείς | βερνικώνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | βερνίκωσε |
| εσείς | βερνικώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | βερνικώσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | βερνικώνομαι |
| εσύ | βερνικώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | βερνικώνεται |
| εμείς | βερνικωνόμαστε |
| εσείς | βερνικώνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βερνικώνονται |
Παρατατικός
| εγώ | βερνικωνόμουν |
| εσύ | βερνικωνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | βερνικωνόταν |
| εμείς | βερνικωνόμασταν |
| εσείς | βερνικωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βερνικώνονταν |
Αόριστος
| εγώ | βερνικώθηκα |
| εσύ | βερνικώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | βερνικώθηκε |
| εμείς | βερνικωθήκαμε |
| εσείς | βερνικωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βερνικώθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα βερνικωθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | βερνικωθώ |
| εσύ | βερνικωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | βερνικωθεί |
| εμείς | βερνικωθούμε |
| εσείς | βερνικωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βερνικωθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | βερνικώνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | βερνικώσου |
| εσείς | βερνικωθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | βερνικωθεί |