HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← βερνικώνω — definition

Conjugation of βερνικώνω

Regular CEFR B2
veɾ.niˈko.no

επαλείφω κάτι με βερνίκι Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ βερνικώνω
εσύ βερνικώνεις
αυτός / αυτή / αυτό βερνικώνει
εμείς βερνικώνουμε
εσείς βερνικώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά βερνικώνουν
Παρατατικός
εγώ βερνίκωνα
εσύ βερνίκωνες
αυτός / αυτή / αυτό βερνίκωνε
εμείς βερνικώναμε
εσείς βερνικώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά βερνίκωναν
Αόριστος
εγώ βερνίκωσα
εσύ βερνίκωσες
αυτός / αυτή / αυτό βερνίκωσε
εμείς βερνικώσαμε
εσείς βερνικώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά βερνίκωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βερνικώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ βερνικώσω
εσύ βερνικώσεις
αυτός / αυτή / αυτό βερνικώσει
εμείς βερνικώσουμε
εσείς βερνικώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά βερνικώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ βερνίκωνε
εσείς βερνικώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ βερνίκωσε
εσείς βερνικώστε
Απαρέμφατο αορίστου
βερνικώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ βερνικώνομαι
εσύ βερνικώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό βερνικώνεται
εμείς βερνικωνόμαστε
εσείς βερνικώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά βερνικώνονται
Παρατατικός
εγώ βερνικωνόμουν
εσύ βερνικωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό βερνικωνόταν
εμείς βερνικωνόμασταν
εσείς βερνικωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά βερνικώνονταν
Αόριστος
εγώ βερνικώθηκα
εσύ βερνικώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό βερνικώθηκε
εμείς βερνικωθήκαμε
εσείς βερνικωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά βερνικώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βερνικωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ βερνικωθώ
εσύ βερνικωθείς
αυτός / αυτή / αυτό βερνικωθεί
εμείς βερνικωθούμε
εσείς βερνικωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά βερνικωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς βερνικώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ βερνικώσου
εσείς βερνικωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
βερνικωθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary