HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← βελτιώνω — definition

Conjugation of βελτιώνω

Regular CEFR B2
vel.tiˈo.no

κάνω (κάτι) καλύτερο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ βελτιώνω
εσύ βελτιώνεις
αυτός / αυτή / αυτό βελτιώνει
εμείς βελτιώνουμε
εσείς βελτιώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά βελτιώνουν
Παρατατικός
εγώ βελτίωνα
εσύ βελτίωνες
αυτός / αυτή / αυτό βελτίωνε
εμείς βελτιώναμε
εσείς βελτιώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά βελτίωναν
Αόριστος
εγώ βελτίωσα
εσύ βελτίωσες
αυτός / αυτή / αυτό βελτίωσε
εμείς βελτιώσαμε
εσείς βελτιώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά βελτίωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βελτιώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ βελτιώσω
εσύ βελτιώσεις
αυτός / αυτή / αυτό βελτιώσει
εμείς βελτιώσουμε
εσείς βελτιώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά βελτιώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ βελτίωνε
εσείς βελτιώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ βελτίωσε
εσείς βελτιώστε
Απαρέμφατο αορίστου
βελτιώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ βελτιώνομαι
εσύ βελτιώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό βελτιώνεται
εμείς βελτιωνόμαστε
εσείς βελτιώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά βελτιώνονται
Παρατατικός
εγώ βελτιωνόμουν
εσύ βελτιωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό βελτιωνόταν
εμείς βελτιωνόμασταν
εσείς βελτιωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά βελτιώνονταν
Αόριστος
εγώ βελτιώθηκα
εσύ βελτιώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό βελτιώθηκε
εμείς βελτιωθήκαμε
εσείς βελτιωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά βελτιώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βελτιωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ βελτιωθώ
εσύ βελτιωθείς
αυτός / αυτή / αυτό βελτιωθεί
εμείς βελτιωθούμε
εσείς βελτιωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά βελτιωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς βελτιώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ βελτιώσου
εσείς βελτιωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
βελτιωθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary