HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← βελάζω — definition

Conjugation of βελάζω

Regular CEFR B1
veˈla.zo

κάνω τη χαρακτηριστική φωνή μπε Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ βελάζω
εσύ βελάζεις
αυτός / αυτή / αυτό βελάζει
εμείς βελάζουμε
εσείς βελάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά βελάζουν
Παρατατικός
εγώ βέλαζα
εσύ βέλαζες
αυτός / αυτή / αυτό βέλαζε
εμείς βελάζαμε
εσείς βελάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά βέλαζαν
Αόριστος
εγώ βέλαξα
εσύ βέλαξες
αυτός / αυτή / αυτό βέλαξε
εμείς βελάξαμε
εσείς βελάξατε
αυτοί / αυτές / αυτά βέλαξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βελάξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ βελάξω
εσύ βελάξεις
αυτός / αυτή / αυτό βελάξει
εμείς βελάξουμε
εσείς βελάξετε
αυτοί / αυτές / αυτά βελάξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ βέλαζε
εσείς βελάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ βέλαξε
εσείς βελάξτε
Απαρέμφατο αορίστου
βελάξει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary