Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | βελάζω |
| εσύ | βελάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | βελάζει |
| εμείς | βελάζουμε |
| εσείς | βελάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βελάζουν |
Παρατατικός
| εγώ | βέλαζα |
| εσύ | βέλαζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | βέλαζε |
| εμείς | βελάζαμε |
| εσείς | βελάζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βέλαζαν |
Αόριστος
| εγώ | βέλαξα |
| εσύ | βέλαξες |
| αυτός / αυτή / αυτό | βέλαξε |
| εμείς | βελάξαμε |
| εσείς | βελάξατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βέλαξαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα βελάξω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | βελάξω |
| εσύ | βελάξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | βελάξει |
| εμείς | βελάξουμε |
| εσείς | βελάξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βελάξουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | βέλαζε |
| εσείς | βελάζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | βέλαξε |
| εσείς | βελάξτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | βελάξει |