HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← βασκαίνω — definition

Conjugation of βασκαίνω

Regular CEFR B2
vaˈsce.no

ματιάζω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ βασκαίνω
εσύ βασκαίνεις
αυτός / αυτή / αυτό βασκαίνει
εμείς βασκαίνουμε
εσείς βασκαίνετε
αυτοί / αυτές / αυτά βασκαίνουν
Παρατατικός
εγώ βάσκαινα
εσύ βάσκαινες
αυτός / αυτή / αυτό βάσκαινε
εμείς βασκαίναμε
εσείς βασκαίνατε
αυτοί / αυτές / αυτά βάσκαιναν
Αόριστος
εγώ βάσκανα
εσύ βάσκανες
αυτός / αυτή / αυτό βάσκανε
εμείς βασκάναμε
εσείς βασκάνατε
αυτοί / αυτές / αυτά βάσκαναν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βασκάνω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ βασκάνω
εσύ βασκάνεις
αυτός / αυτή / αυτό βασκάνει
εμείς βασκάνουμε
εσείς βασκάνετε
αυτοί / αυτές / αυτά βασκάνουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ βάσκαινε
εσείς βασκαίνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ βάσκανε
εσείς βασκάνετε
Απαρέμφατο αορίστου
βασκάνει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ βασκαίνομαι
εσύ βασκαίνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό βασκαίνεται
εμείς βασκαινόμαστε
εσείς βασκαίνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά βασκαίνονται
Παρατατικός
εγώ βασκαινόμουν
εσύ βασκαινόσουν
αυτός / αυτή / αυτό βασκαινόταν
εμείς βασκαινόμασταν
εσείς βασκαινόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά βασκαίνονταν
Αόριστος
εγώ βασκάθηκα
εσύ βασκάθηκες
αυτός / αυτή / αυτό βασκάθηκε
εμείς βασκαθήκαμε
εσείς βασκαθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά βασκάθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βασκαθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ βασκαθώ
εσύ βασκαθείς
αυτός / αυτή / αυτό βασκαθεί
εμείς βασκαθούμε
εσείς βασκαθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά βασκαθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς βασκαίνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς βασκαθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
βασκαθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary