HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← βασιλεύω — definition

Conjugation of βασιλεύω

Regular CEFR B2
va.siˈle.vo

είμαι ο βασιλιάς μιας χώρας και την κυβερνώ Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ βασιλεύω
εσύ βασιλεύεις
αυτός / αυτή / αυτό βασιλεύει
εμείς βασιλεύουμε
εσείς βασιλεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά βασιλεύουν
Παρατατικός
εγώ βασίλευα
εσύ βασίλευες
αυτός / αυτή / αυτό βασίλευε
εμείς βασιλεύαμε
εσείς βασιλεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά βασίλευαν
Αόριστος
εγώ βασίλεψα
εσύ βασίλεψες
αυτός / αυτή / αυτό βασίλεψε
εμείς βασιλέψαμε
εσείς βασιλέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά βασίλεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βασιλέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ βασιλέψω
εσύ βασιλέψεις
αυτός / αυτή / αυτό βασιλέψει
εμείς βασιλέψουμε
εσείς βασιλέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά βασιλέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ βασίλευε
εσείς βασιλεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ βασίλεψε
εσείς βασιλέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
βασιλέψει

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary