Conjugation of βασίζω
χρησιμοποιώ κάτι ως βάση, αφετηρία ή στήριγμα για περαιτέρω ενέργειες Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | βασίζω |
| εσύ | βασίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | βασίζει |
| εμείς | βασίζουμε |
| εσείς | βασίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βασίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | βάσιζα |
| εσύ | βάσιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | βάσιζε |
| εμείς | βασίζαμε |
| εσείς | βασίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βάσιζαν |
Αόριστος
| εγώ | βάσισα |
| εσύ | βάσισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | βάσισε |
| εμείς | βασίσαμε |
| εσείς | βασίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βάσισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα βασίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | βασίσω |
| εσύ | βασίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | βασίσει |
| εμείς | βασίσουμε |
| εσείς | βασίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βασίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | βάσιζε |
| εσείς | βασίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | βάσισε |
| εσείς | βασίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | βασίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | βασίζομαι |
| εσύ | βασίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | βασίζεται |
| εμείς | βασιζόμαστε |
| εσείς | βασίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βασίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | βασιζόμουν |
| εσύ | βασιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | βασιζόταν |
| εμείς | βασιζόμασταν |
| εσείς | βασιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βασίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | βασίστηκα |
| εσύ | βασίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | βασίστηκε |
| εμείς | βασιστήκαμε |
| εσείς | βασιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βασίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα βασιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | βασιστώ |
| εσύ | βασιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | βασιστεί |
| εμείς | βασιστούμε |
| εσείς | βασιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βασιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | βασίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | βασίσου |
| εσείς | βασιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | βασιστεί |