HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← βασίζω — definition

Conjugation of βασίζω

Regular CEFR B1

χρησιμοποιώ κάτι ως βάση, αφετηρία ή στήριγμα για περαιτέρω ενέργειες Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ βασίζω
εσύ βασίζεις
αυτός / αυτή / αυτό βασίζει
εμείς βασίζουμε
εσείς βασίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά βασίζουν
Παρατατικός
εγώ βάσιζα
εσύ βάσιζες
αυτός / αυτή / αυτό βάσιζε
εμείς βασίζαμε
εσείς βασίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά βάσιζαν
Αόριστος
εγώ βάσισα
εσύ βάσισες
αυτός / αυτή / αυτό βάσισε
εμείς βασίσαμε
εσείς βασίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά βάσισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βασίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ βασίσω
εσύ βασίσεις
αυτός / αυτή / αυτό βασίσει
εμείς βασίσουμε
εσείς βασίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά βασίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ βάσιζε
εσείς βασίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ βάσισε
εσείς βασίστε
Απαρέμφατο αορίστου
βασίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ βασίζομαι
εσύ βασίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό βασίζεται
εμείς βασιζόμαστε
εσείς βασίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά βασίζονται
Παρατατικός
εγώ βασιζόμουν
εσύ βασιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό βασιζόταν
εμείς βασιζόμασταν
εσείς βασιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά βασίζονταν
Αόριστος
εγώ βασίστηκα
εσύ βασίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό βασίστηκε
εμείς βασιστήκαμε
εσείς βασιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά βασίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βασιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ βασιστώ
εσύ βασιστείς
αυτός / αυτή / αυτό βασιστεί
εμείς βασιστούμε
εσείς βασιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά βασιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς βασίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ βασίσου
εσείς βασιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
βασιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary