HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← βαράω — definition

Conjugation of βαράω

Regular CEFR C2
vaˈɾa.o

ρίχνω, πετώ Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ βαράω
εσύ βαράς
αυτός / αυτή / αυτό βαράει
εμείς βαράμε
εσείς βαράτε
αυτοί / αυτές / αυτά βαράνε
Παρατατικός
εγώ βαρούσα
εσύ βαρούσες
αυτός / αυτή / αυτό βαρούσε
εμείς βαρούσαμε
εσείς βαρούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά βαρούσαν
Αόριστος
εγώ βάρεσα
εσύ βάρεσες
αυτός / αυτή / αυτό βάρεσε
εμείς βαρέσαμε
εσείς βαρέσατε
αυτοί / αυτές / αυτά βάρεσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βαρέσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ βαρέσω
εσύ βαρέσεις
αυτός / αυτή / αυτό βαρέσει
εμείς βαρέσουμε
εσείς βαρέσετε
αυτοί / αυτές / αυτά βαρέσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ βάρα
εσείς βαράτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ βάρεσε
εσείς βαρέστε
Απαρέμφατο αορίστου
βαρέσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary