Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | βαπτίζω |
| εσύ | βαπτίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | βαπτίζει |
| εμείς | βαπτίζουμε |
| εσείς | βαπτίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βαπτίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | βάπτιζα |
| εσύ | βάπτιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | βάπτιζε |
| εμείς | βαπτίζαμε |
| εσείς | βαπτίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βάπτιζαν |
Αόριστος
| εγώ | βάπτισα |
| εσύ | βάπτισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | βάπτισε |
| εμείς | βαπτίσαμε |
| εσείς | βαπτίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βάπτισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα βαπτίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | βαπτίσω |
| εσύ | βαπτίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | βαπτίσει |
| εμείς | βαπτίσουμε |
| εσείς | βαπτίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βαπτίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | βάπτιζε |
| εσείς | βαπτίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | βάπτισε |
| εσείς | βαπτίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | βαπτίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | βαπτίζομαι |
| εσύ | βαπτίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | βαπτίζεται |
| εμείς | βαπτιζόμαστε |
| εσείς | βαπτίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βαπτίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | βαπτιζόμουν |
| εσύ | βαπτιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | βαπτιζόταν |
| εμείς | βαπτιζόμασταν |
| εσείς | βαπτιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βαπτίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | βαπτίστηκα |
| εσύ | βαπτίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | βαπτίστηκε |
| εμείς | βαπτιστήκαμε |
| εσείς | βαπτιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βαπτίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα βαπτιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | βαπτιστώ |
| εσύ | βαπτιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | βαπτιστεί |
| εμείς | βαπτιστούμε |
| εσείς | βαπτιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βαπτιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | βαπτίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | βαπτίσου |
| εσείς | βαπτιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | βαπτιστεί |