HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← βαπτίζω — definition

Conjugation of βαπτίζω

Regular CEFR B1
vaˈpti.zo

άλλη μορφή του βαφτίζω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ βαπτίζω
εσύ βαπτίζεις
αυτός / αυτή / αυτό βαπτίζει
εμείς βαπτίζουμε
εσείς βαπτίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά βαπτίζουν
Παρατατικός
εγώ βάπτιζα
εσύ βάπτιζες
αυτός / αυτή / αυτό βάπτιζε
εμείς βαπτίζαμε
εσείς βαπτίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά βάπτιζαν
Αόριστος
εγώ βάπτισα
εσύ βάπτισες
αυτός / αυτή / αυτό βάπτισε
εμείς βαπτίσαμε
εσείς βαπτίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά βάπτισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βαπτίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ βαπτίσω
εσύ βαπτίσεις
αυτός / αυτή / αυτό βαπτίσει
εμείς βαπτίσουμε
εσείς βαπτίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά βαπτίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ βάπτιζε
εσείς βαπτίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ βάπτισε
εσείς βαπτίστε
Απαρέμφατο αορίστου
βαπτίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ βαπτίζομαι
εσύ βαπτίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό βαπτίζεται
εμείς βαπτιζόμαστε
εσείς βαπτίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά βαπτίζονται
Παρατατικός
εγώ βαπτιζόμουν
εσύ βαπτιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό βαπτιζόταν
εμείς βαπτιζόμασταν
εσείς βαπτιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά βαπτίζονταν
Αόριστος
εγώ βαπτίστηκα
εσύ βαπτίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό βαπτίστηκε
εμείς βαπτιστήκαμε
εσείς βαπτιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά βαπτίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βαπτιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ βαπτιστώ
εσύ βαπτιστείς
αυτός / αυτή / αυτό βαπτιστεί
εμείς βαπτιστούμε
εσείς βαπτιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά βαπτιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς βαπτίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ βαπτίσου
εσείς βαπτιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
βαπτιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary