Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | βαλσαμώνω |
| εσύ | βαλσαμώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | βαλσαμώνει |
| εμείς | βαλσαμώνουμε |
| εσείς | βαλσαμώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βαλσαμώνουν |
Παρατατικός
| εγώ | βαλσάμωνα |
| εσύ | βαλσάμωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | βαλσάμωνε |
| εμείς | βαλσαμώναμε |
| εσείς | βαλσαμώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βαλσάμωναν |
Αόριστος
| εγώ | βαλσάμωσα |
| εσύ | βαλσάμωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | βαλσάμωσε |
| εμείς | βαλσαμώσαμε |
| εσείς | βαλσαμώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βαλσάμωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα βαλσαμώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | βαλσαμώσω |
| εσύ | βαλσαμώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | βαλσαμώσει |
| εμείς | βαλσαμώσουμε |
| εσείς | βαλσαμώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βαλσαμώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | βαλσάμωνε |
| εσείς | βαλσαμώνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | βαλσάμωσε |
| εσείς | βαλσαμώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | βαλσαμώσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | βαλσαμώνομαι |
| εσύ | βαλσαμώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | βαλσαμώνεται |
| εμείς | βαλσαμωνόμαστε |
| εσείς | βαλσαμώνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βαλσαμώνονται |
Παρατατικός
| εγώ | βαλσαμωνόμουν |
| εσύ | βαλσαμωνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | βαλσαμωνόταν |
| εμείς | βαλσαμωνόμασταν |
| εσείς | βαλσαμωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βαλσαμώνονταν |
Αόριστος
| εγώ | βαλσαμώθηκα |
| εσύ | βαλσαμώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | βαλσαμώθηκε |
| εμείς | βαλσαμωθήκαμε |
| εσείς | βαλσαμωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βαλσαμώθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα βαλσαμωθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | βαλσαμωθώ |
| εσύ | βαλσαμωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | βαλσαμωθεί |
| εμείς | βαλσαμωθούμε |
| εσείς | βαλσαμωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βαλσαμωθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | βαλσαμώνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | βαλσαμώσου |
| εσείς | βαλσαμωθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | βαλσαμωθεί |