HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← βαλσαμώνω — definition

Conjugation of βαλσαμώνω

Regular CEFR B2
val.saˈmo.no

ταριχεύω, κυρίως ζώα ή πουλιά Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ βαλσαμώνω
εσύ βαλσαμώνεις
αυτός / αυτή / αυτό βαλσαμώνει
εμείς βαλσαμώνουμε
εσείς βαλσαμώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά βαλσαμώνουν
Παρατατικός
εγώ βαλσάμωνα
εσύ βαλσάμωνες
αυτός / αυτή / αυτό βαλσάμωνε
εμείς βαλσαμώναμε
εσείς βαλσαμώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά βαλσάμωναν
Αόριστος
εγώ βαλσάμωσα
εσύ βαλσάμωσες
αυτός / αυτή / αυτό βαλσάμωσε
εμείς βαλσαμώσαμε
εσείς βαλσαμώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά βαλσάμωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βαλσαμώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ βαλσαμώσω
εσύ βαλσαμώσεις
αυτός / αυτή / αυτό βαλσαμώσει
εμείς βαλσαμώσουμε
εσείς βαλσαμώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά βαλσαμώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ βαλσάμωνε
εσείς βαλσαμώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ βαλσάμωσε
εσείς βαλσαμώστε
Απαρέμφατο αορίστου
βαλσαμώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ βαλσαμώνομαι
εσύ βαλσαμώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό βαλσαμώνεται
εμείς βαλσαμωνόμαστε
εσείς βαλσαμώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά βαλσαμώνονται
Παρατατικός
εγώ βαλσαμωνόμουν
εσύ βαλσαμωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό βαλσαμωνόταν
εμείς βαλσαμωνόμασταν
εσείς βαλσαμωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά βαλσαμώνονταν
Αόριστος
εγώ βαλσαμώθηκα
εσύ βαλσαμώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό βαλσαμώθηκε
εμείς βαλσαμωθήκαμε
εσείς βαλσαμωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά βαλσαμώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βαλσαμωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ βαλσαμωθώ
εσύ βαλσαμωθείς
αυτός / αυτή / αυτό βαλσαμωθεί
εμείς βαλσαμωθούμε
εσείς βαλσαμωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά βαλσαμωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς βαλσαμώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ βαλσαμώσου
εσείς βαλσαμωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
βαλσαμωθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary