HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← βαδίζω — definition

Conjugation of βαδίζω

Regular CEFR C2
vaˈði.zo

ακολουθώ συγκεκριμένη κατεύθυνση Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ βαδίζω
εσύ βαδίζεις
αυτός / αυτή / αυτό βαδίζει
εμείς βαδίζουμε
εσείς βαδίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά βαδίζουν
Παρατατικός
εγώ βάδιζα
εσύ βάδιζες
αυτός / αυτή / αυτό βάδιζε
εμείς βαδίζαμε
εσείς βαδίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά βάδιζαν
Αόριστος
εγώ βάδισα
εσύ βάδισες
αυτός / αυτή / αυτό βάδισε
εμείς βαδίσαμε
εσείς βαδίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά βάδισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βαδίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ βαδίσω
εσύ βαδίσεις
αυτός / αυτή / αυτό βαδίσει
εμείς βαδίσουμε
εσείς βαδίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά βαδίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ βάδιζε
εσείς βαδίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ βάδισε
εσείς βαδίστε
Απαρέμφατο αορίστου
βαδίσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary