HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← βαίνω — definition

Conjugation of βαίνω

Regular CEFR B1
ˈve.no

(για επίκεντρες γωνίες) αντιστοιχώ σε τόξο κύκλου Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ βαίνω
εσύ βαίνεις
αυτός / αυτή / αυτό βαίνει
εμείς βαίνουμε
εσείς βαίνετε
αυτοί / αυτές / αυτά βαίνουν
Παρατατικός
εγώ έβαινα
εσύ έβαινες
αυτός / αυτή / αυτό έβαινε
εμείς βαίναμε
εσείς βαίνατε
αυτοί / αυτές / αυτά έβαιναν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα βαίνω
εσύ θα βαίνεις
αυτός / αυτή / αυτό θα βαίνει
εμείς θα βαίνουμε
εσείς θα βαίνετε
αυτοί / αυτές / αυτά θα βαίνουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς βαίνετε

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary