HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← βάφω — definition

Conjugation of βάφω

Regular CEFR C2
ˈva.fo

καλύπτω μια επιφάνεια ή ένα αντικείμενο με χρώμα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ βάφω
εσύ βάφεις
αυτός / αυτή / αυτό βάφει
εμείς βάφουμε
εσείς βάφετε
αυτοί / αυτές / αυτά βάφουν
Παρατατικός
εγώ έβαφα
εσύ έβαφες
αυτός / αυτή / αυτό έβαφε
εμείς βάφαμε
εσείς βάφατε
αυτοί / αυτές / αυτά έβαφαν
Αόριστος
εγώ έβαψα
εσύ έβαψες
αυτός / αυτή / αυτό έβαψε
εμείς βάψαμε
εσείς βάψατε
αυτοί / αυτές / αυτά έβαψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βάψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ βάψω
εσύ βάψεις
αυτός / αυτή / αυτό βάψει
εμείς βάψουμε
εσείς βάψετε
αυτοί / αυτές / αυτά βάψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ βάφε
εσείς βάφετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ βάψε
εσείς βάψτε
Απαρέμφατο αορίστου
βάψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ βάφομαι
εσύ βάφεσαι
αυτός / αυτή / αυτό βάφεται
εμείς βαφόμαστε
εσείς βάφεστε
αυτοί / αυτές / αυτά βάφονται
Παρατατικός
εγώ βαφόμουν
εσύ βαφόσουν
αυτός / αυτή / αυτό βαφόταν
εμείς βαφόμασταν
εσείς βαφόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά βάφονταν
Αόριστος
εγώ βάφτηκα
εσύ βάφτηκες
αυτός / αυτή / αυτό βάφτηκε
εμείς βαφτήκαμε
εσείς βαφτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά βάφτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βαφτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ βαφτώ
εσύ βαφτείς
αυτός / αυτή / αυτό βαφτεί
εμείς βαφτούμε
εσείς βαφτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά βαφτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς βάφεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ βάψου
εσείς βαφτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
βαφτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary