Conjugation of βάφω
ˈva.foκαλύπτω μια επιφάνεια ή ένα αντικείμενο με χρώμα Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | βάφω |
| εσύ | βάφεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | βάφει |
| εμείς | βάφουμε |
| εσείς | βάφετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βάφουν |
Παρατατικός
| εγώ | έβαφα |
| εσύ | έβαφες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έβαφε |
| εμείς | βάφαμε |
| εσείς | βάφατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έβαφαν |
Αόριστος
| εγώ | έβαψα |
| εσύ | έβαψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έβαψε |
| εμείς | βάψαμε |
| εσείς | βάψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έβαψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα βάψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | βάψω |
| εσύ | βάψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | βάψει |
| εμείς | βάψουμε |
| εσείς | βάψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βάψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | βάφε |
| εσείς | βάφετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | βάψε |
| εσείς | βάψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | βάψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | βάφομαι |
| εσύ | βάφεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | βάφεται |
| εμείς | βαφόμαστε |
| εσείς | βάφεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βάφονται |
Παρατατικός
| εγώ | βαφόμουν |
| εσύ | βαφόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | βαφόταν |
| εμείς | βαφόμασταν |
| εσείς | βαφόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βάφονταν |
Αόριστος
| εγώ | βάφτηκα |
| εσύ | βάφτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | βάφτηκε |
| εμείς | βαφτήκαμε |
| εσείς | βαφτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βάφτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα βαφτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | βαφτώ |
| εσύ | βαφτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | βαφτεί |
| εμείς | βαφτούμε |
| εσείς | βαφτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βαφτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | βάφεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | βάψου |
| εσείς | βαφτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | βαφτεί |