Conjugation of αφορίζω
a.foˈɾi.zoδιώχνω από την Εκκλησία, επιβάλλω ποινή αφορισμού Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αφορίζω |
| εσύ | αφορίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αφορίζει |
| εμείς | αφορίζουμε |
| εσείς | αφορίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αφορίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | αφόριζα |
| εσύ | αφόριζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αφόριζε |
| εμείς | αφορίζαμε |
| εσείς | αφορίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αφόριζαν |
Αόριστος
| εγώ | αφόρισα |
| εσύ | αφόρισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αφόρισε |
| εμείς | αφορίσαμε |
| εσείς | αφορίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αφόρισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αφορίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αφορίσω |
| εσύ | αφορίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αφορίσει |
| εμείς | αφορίσουμε |
| εσείς | αφορίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αφορίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | αφόριζε |
| εσείς | αφορίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αφόρισε |
| εσείς | αφορίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αφορίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αφορίζομαι |
| εσύ | αφορίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | αφορίζεται |
| εμείς | αφοριζόμαστε |
| εσείς | αφορίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αφορίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | αφοριζόμουν |
| εσύ | αφοριζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | αφοριζόταν |
| εμείς | αφοριζόμασταν |
| εσείς | αφοριζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αφορίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | αφορίστηκα |
| εσύ | αφορίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αφορίστηκε |
| εμείς | αφοριστήκαμε |
| εσείς | αφοριστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αφορίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αφοριστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αφοριστώ |
| εσύ | αφοριστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αφοριστεί |
| εμείς | αφοριστούμε |
| εσείς | αφοριστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αφοριστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αφορίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αφορίσου |
| εσείς | αφοριστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αφοριστεί |