HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αφορίζω — definition

Conjugation of αφορίζω

Regular CEFR B1
a.foˈɾi.zo

διώχνω από την Εκκλησία, επιβάλλω ποινή αφορισμού Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αφορίζω
εσύ αφορίζεις
αυτός / αυτή / αυτό αφορίζει
εμείς αφορίζουμε
εσείς αφορίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά αφορίζουν
Παρατατικός
εγώ αφόριζα
εσύ αφόριζες
αυτός / αυτή / αυτό αφόριζε
εμείς αφορίζαμε
εσείς αφορίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά αφόριζαν
Αόριστος
εγώ αφόρισα
εσύ αφόρισες
αυτός / αυτή / αυτό αφόρισε
εμείς αφορίσαμε
εσείς αφορίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αφόρισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αφορίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αφορίσω
εσύ αφορίσεις
αυτός / αυτή / αυτό αφορίσει
εμείς αφορίσουμε
εσείς αφορίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αφορίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ αφόριζε
εσείς αφορίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αφόρισε
εσείς αφορίστε
Απαρέμφατο αορίστου
αφορίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αφορίζομαι
εσύ αφορίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό αφορίζεται
εμείς αφοριζόμαστε
εσείς αφορίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά αφορίζονται
Παρατατικός
εγώ αφοριζόμουν
εσύ αφοριζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αφοριζόταν
εμείς αφοριζόμασταν
εσείς αφοριζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά αφορίζονταν
Αόριστος
εγώ αφορίστηκα
εσύ αφορίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό αφορίστηκε
εμείς αφοριστήκαμε
εσείς αφοριστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αφορίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αφοριστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αφοριστώ
εσύ αφοριστείς
αυτός / αυτή / αυτό αφοριστεί
εμείς αφοριστούμε
εσείς αφοριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αφοριστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αφορίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αφορίσου
εσείς αφοριστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αφοριστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary