HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αφοδεύω — definition

Conjugation of αφοδεύω

Regular CEFR B1
afoˈðevo

αποβάλλω τα υπολείμματα της πέψης από το σώμα μου Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αφοδεύω
εσύ αφοδεύεις
αυτός / αυτή / αυτό αφοδεύει
εμείς αφοδεύουμε
εσείς αφοδεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά αφοδεύουν
Παρατατικός
εγώ αφόδευα
εσύ αφόδευες
αυτός / αυτή / αυτό αφόδευε
εμείς αφοδεύαμε
εσείς αφοδεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά αφόδευαν
Αόριστος
εγώ αφόδευσα
εσύ αφόδευσες
αυτός / αυτή / αυτό αφόδευσε
εμείς αφοδεύσαμε
εσείς αφοδεύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αφόδευσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αφοδεύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αφοδεύσω
εσύ αφοδεύσεις
αυτός / αυτή / αυτό αφοδεύσει
εμείς αφοδεύσουμε
εσείς αφοδεύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αφοδεύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ αφόδευε
εσείς αφοδεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αφόδευσε
εσείς αφοδεύστε
Απαρέμφατο αορίστου
αφοδεύσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary