HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αφθονώ — definition

Conjugation of αφθονώ

Regular CEFR B1
a.fθoˈno

είμαι σε αφθονία, σε μεγάλη ποσότητα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αφθονώ
εσύ αφθονείς
αυτός / αυτή / αυτό αφθονεί
εμείς αφθονούμε
εσείς αφθονείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αφθονούν
Παρατατικός
εγώ αφθονούσα
εσύ αφθονούσες
αυτός / αυτή / αυτό αφθονούσε
εμείς αφθονούσαμε
εσείς αφθονούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αφθονούσαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αφθονώ
εσύ θα αφθονείς
αυτός / αυτή / αυτό θα αφθονεί
εμείς θα αφθονούμε
εσείς θα αφθονείτε
αυτοί / αυτές / αυτά θα αφθονούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αφθονείτε

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary