Conjugation of αφανίζω
a.faˈni.zoκαταστρέφω ολοκληρωτικά, κάνω κάτι να παύει να υπάρχει Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αφανίζω |
| εσύ | αφανίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αφανίζει |
| εμείς | αφανίζουμε |
| εσείς | αφανίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αφανίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | αφάνιζα |
| εσύ | αφάνιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αφάνιζε |
| εμείς | αφανίζαμε |
| εσείς | αφανίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αφάνιζαν |
Αόριστος
| εγώ | αφάνισα |
| εσύ | αφάνισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αφάνισε |
| εμείς | αφανίσαμε |
| εσείς | αφανίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αφάνισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αφανίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αφανίσω |
| εσύ | αφανίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αφανίσει |
| εμείς | αφανίσουμε |
| εσείς | αφανίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αφανίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | αφάνιζε |
| εσείς | αφανίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αφάνισε |
| εσείς | αφανίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αφανίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αφανίζομαι |
| εσύ | αφανίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | αφανίζεται |
| εμείς | αφανιζόμαστε |
| εσείς | αφανίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αφανίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | αφανιζόμουν |
| εσύ | αφανιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | αφανιζόταν |
| εμείς | αφανιζόμασταν |
| εσείς | αφανιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αφανίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | αφανίστηκα |
| εσύ | αφανίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αφανίστηκε |
| εμείς | αφανιστήκαμε |
| εσείς | αφανιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αφανίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αφανιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αφανιστώ |
| εσύ | αφανιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αφανιστεί |
| εμείς | αφανιστούμε |
| εσείς | αφανιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αφανιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αφανίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αφανίσου |
| εσείς | αφανιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αφανιστεί |