HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αφανίζω — definition

Conjugation of αφανίζω

Regular CEFR B1
a.faˈni.zo

καταστρέφω ολοκληρωτικά, κάνω κάτι να παύει να υπάρχει Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αφανίζω
εσύ αφανίζεις
αυτός / αυτή / αυτό αφανίζει
εμείς αφανίζουμε
εσείς αφανίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά αφανίζουν
Παρατατικός
εγώ αφάνιζα
εσύ αφάνιζες
αυτός / αυτή / αυτό αφάνιζε
εμείς αφανίζαμε
εσείς αφανίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά αφάνιζαν
Αόριστος
εγώ αφάνισα
εσύ αφάνισες
αυτός / αυτή / αυτό αφάνισε
εμείς αφανίσαμε
εσείς αφανίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αφάνισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αφανίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αφανίσω
εσύ αφανίσεις
αυτός / αυτή / αυτό αφανίσει
εμείς αφανίσουμε
εσείς αφανίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αφανίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ αφάνιζε
εσείς αφανίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αφάνισε
εσείς αφανίστε
Απαρέμφατο αορίστου
αφανίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αφανίζομαι
εσύ αφανίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό αφανίζεται
εμείς αφανιζόμαστε
εσείς αφανίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά αφανίζονται
Παρατατικός
εγώ αφανιζόμουν
εσύ αφανιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αφανιζόταν
εμείς αφανιζόμασταν
εσείς αφανιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά αφανίζονταν
Αόριστος
εγώ αφανίστηκα
εσύ αφανίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό αφανίστηκε
εμείς αφανιστήκαμε
εσείς αφανιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αφανίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αφανιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αφανιστώ
εσύ αφανιστείς
αυτός / αυτή / αυτό αφανιστεί
εμείς αφανιστούμε
εσείς αφανιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αφανιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αφανίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αφανίσου
εσείς αφανιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αφανιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary