Conjugation of αφαιρώ
a.feˈɾoκάνω την πράξη της αφαίρεσης, βρίσκοντας τη διαφορά μεταξύ δύο αριθμών Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αφαιρώ |
| εσύ | αφαιρείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αφαιρεί |
| εμείς | αφαιρούμε |
| εσείς | αφαιρείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αφαιρούν |
Παρατατικός
| εγώ | αφαιρούσα |
| εσύ | αφαιρούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αφαιρούσε |
| εμείς | αφαιρούσαμε |
| εσείς | αφαιρούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αφαιρούσαν |
Αόριστος
| εγώ | αφαίρεσα |
| εσύ | αφαίρεσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αφαίρεσε |
| εμείς | αφαιρέσαμε |
| εσείς | αφαιρέσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αφαίρεσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αφαιρέσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αφαιρέσω |
| εσύ | αφαιρέσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αφαιρέσει |
| εμείς | αφαιρέσουμε |
| εσείς | αφαιρέσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αφαιρέσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αφαιρείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αφαίρεσε |
| εσείς | αφαιρέστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αφαιρέσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αφαιρούμαι |
| εσύ | αφαιρείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | αφαιρείται |
| εμείς | αφαιρούμαστε |
| εσείς | αφαιρείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αφαιρούνται |
Παρατατικός
| αυτός / αυτή / αυτό | αφαιρούνταν |
| εμείς | αφαιρούμασταν |
| εσείς | [αφαιρούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αφαιρούνταν |
Αόριστος
| εγώ | αφαιρέθηκα |
| εσύ | αφαιρέθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αφαιρέθηκε |
| εμείς | αφαιρεθήκαμε |
| εσείς | αφαιρεθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αφαιρέθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αφαιρεθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αφαιρεθώ |
| εσύ | αφαιρεθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αφαιρεθεί |
| εμείς | αφαιρεθούμε |
| εσείς | αφαιρεθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αφαιρεθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αφαιρείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αφαιρέσου |
| εσείς | αφαιρεθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αφαιρεθεί |