Conjugation of αυτώνω
afˈtonoάλλη μορφή του απαυτώνω (δηλώνει είτε τη γενική πράξη της σεξουαλικής συνεύρεσης είτε χυδαία/λαϊκά το «αγγίζω άσεμνα») Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αυτώνω |
| εσύ | αυτώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αυτώνει |
| εμείς | αυτώνουμε |
| εσείς | αυτώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αυτώνουν |
Παρατατικός
| εγώ | αύτωνα |
| εσύ | αύτωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αύτωνε |
| εμείς | αυτώναμε |
| εσείς | αυτώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αύτωναν |
Αόριστος
| εγώ | αύτωσα |
| εσύ | αύτωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αύτωσε |
| εμείς | αυτώσαμε |
| εσείς | αυτώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αύτωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αυτώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αυτώσω |
| εσύ | αυτώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αυτώσει |
| εμείς | αυτώσουμε |
| εσείς | αυτώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αυτώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | αύτωνε |
| εσείς | αυτώνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αύτωσε |
| εσείς | αυτώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αυτώσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αυτώνομαι |
| εσύ | αυτώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | αυτώνεται |
| εμείς | αυτωνόμαστε |
| εσείς | αυτώνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αυτώνονται |
Παρατατικός
| εγώ | αυτωνόμουν |
| εσύ | αυτωνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | αυτωνόταν |
| εμείς | αυτωνόμασταν |
| εσείς | αυτωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αυτώνονταν |
Αόριστος
| εγώ | αυτώθηκα |
| εσύ | αυτώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αυτώθηκε |
| εμείς | αυτωθήκαμε |
| εσείς | αυτωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αυτώθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αυτωθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αυτωθώ |
| εσύ | αυτωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αυτωθεί |
| εμείς | αυτωθούμε |
| εσείς | αυτωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αυτωθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αυτώνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αυτώσου |
| εσείς | αυτωθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αυτωθεί |