HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αυτοκτονώ — definition

Conjugation of αυτοκτονώ

Regular CEFR B2
a.fto.ktoˈno

σκοτώνω ο ίδιος τον εαυτού μου με τη θέλησή μου Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αυτοκτονώ
εσύ αυτοκτονείς
αυτός / αυτή / αυτό αυτοκτονεί
εμείς αυτοκτονούμε
εσείς αυτοκτονείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αυτοκτονούν
Παρατατικός
εγώ αυτοκτονούσα
εσύ αυτοκτονούσες
αυτός / αυτή / αυτό αυτοκτονούσε
εμείς αυτοκτονούσαμε
εσείς αυτοκτονούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αυτοκτονούσαν
Αόριστος
εγώ αυτοκτόνησα
εσύ αυτοκτόνησες
αυτός / αυτή / αυτό αυτοκτόνησε
εμείς αυτοκτονήσαμε
εσείς αυτοκτονήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αυτοκτόνησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αυτοκτονήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αυτοκτονήσω
εσύ αυτοκτονήσεις
αυτός / αυτή / αυτό αυτοκτονήσει
εμείς αυτοκτονήσουμε
εσείς αυτοκτονήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αυτοκτονήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αυτοκτονείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αυτοκτόνησε
εσείς αυτοκτονήστε
Απαρέμφατο αορίστου
αυτοκτονήσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary