HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αυξάνω — definition

Conjugation of αυξάνω

Regular CEFR C2
afˈksa.no

μεγαλώνω την ποσότητα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αυξάνω
εσύ αυξάνεις
αυτός / αυτή / αυτό αυξάνει
εμείς αυξάνουμε
εσείς αυξάνετε
αυτοί / αυτές / αυτά αυξάνουν
Παρατατικός
εγώ αύξαινα
εσύ αύξαινες
αυτός / αυτή / αυτό αύξαινε
εμείς αυξάναμε
εσείς αυξάνατε
αυτοί / αυτές / αυτά αύξαιναν
Αόριστος
εγώ αύξησα
εσύ αύξησες
αυτός / αυτή / αυτό αύξησε
εμείς αυξήσαμε
εσείς αυξήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αύξησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αυξήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αυξήσω
εσύ αυξήσεις
αυτός / αυτή / αυτό αυξήσει
εμείς αυξήσουμε
εσείς αυξήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αυξήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ αύξαινε
εσείς αυξάνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αύξησε
εσείς αυξήστε
Απαρέμφατο αορίστου
αυξήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αυξάνομαι
εσύ αυξάνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό αυξάνεται
εμείς αυξανόμαστε
εσείς αυξάνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά αυξάνονται
Παρατατικός
εγώ αυξανόμουν
εσύ αυξανόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αυξανόταν
εμείς αυξανόμασταν
εσείς αυξανόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά αυξάνονταν
Αόριστος
εγώ αυξήθηκα
εσύ αυξήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό αυξήθηκε
εμείς αυξηθήκαμε
εσείς αυξηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αυξήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αυξηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αυξηθώ
εσύ αυξηθείς
αυτός / αυτή / αυτό αυξηθεί
εμείς αυξηθούμε
εσείς αυξηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αυξηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αυξάνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αυξήσου
εσείς αυξηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αυξηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary