HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ασφυκτιώ — definition

Conjugation of ασφυκτιώ

Regular CEFR B2
a.sfi.ktiˈo

κατέχομαι από ασφυξία, δυσκολεύομαι να αναπνεύσω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ασφυκτιώ
εσύ ασφυκτιάς
αυτός / αυτή / αυτό ασφυκτιά
εμείς ασφυκτιούμε
εσείς ασφυκτιάτε
αυτοί / αυτές / αυτά ασφυκτιούν
Παρατατικός
εγώ ασφυκτιούσα
εσύ ασφυκτιούσες
αυτός / αυτή / αυτό ασφυκτιούσε
εμείς ασφυκτιούσαμε
εσείς ασφυκτιούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ασφυκτιούσαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ασφυκτιώ
εσύ θα ασφυκτιάς
αυτός / αυτή / αυτό θα ασφυκτιά
εμείς θα ασφυκτιούμε
εσείς θα ασφυκτιάτε
αυτοί / αυτές / αυτά θα ασφυκτιούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ασφυκτιάτε

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary