HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αστράφτω — definition

Conjugation of αστράφτω

Regular CEFR B2
aˈstɾa.fto

λαμποκοπώ, εκπέμπω λάμψη Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αστράφτω
εσύ αστράφτεις
αυτός / αυτή / αυτό αστράφτει
εμείς αστράφτουμε
εσείς αστράφτετε
αυτοί / αυτές / αυτά αστράφτουν
Παρατατικός
εγώ άστραφτα
εσύ άστραφτες
αυτός / αυτή / αυτό άστραφτε
εμείς αστράφταμε
εσείς αστράφτατε
αυτοί / αυτές / αυτά άστραφταν
Αόριστος
εγώ άστραψα
εσύ άστραψες
αυτός / αυτή / αυτό άστραψε
εμείς αστράψαμε
εσείς αστράψατε
αυτοί / αυτές / αυτά άστραψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αστράψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αστράψω
εσύ αστράψεις
αυτός / αυτή / αυτό αστράψει
εμείς αστράψουμε
εσείς αστράψετε
αυτοί / αυτές / αυτά αστράψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ άστραφτε
εσείς αστράφτετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ άστραψε
εσείς αστράψτε
Απαρέμφατο αορίστου
αστράψει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary